ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Ο υγρότοπος της λιμνοθάλασσας Κορισσίων - Με σπάνιας ομορφιάς VIDEOS

Η Λίμνη Κορισσίων με το σπάνιας ομορφιάς Κεδροδάσος
Του Σταμάτη Γκίνη, βιολόγου
Ο υγρότοπος της  λιμνοθάλασσας Κορισσίων βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της Κέρκυρας και αποτελεί την μεγαλύτερη, σε έκταση,  προστατευμένη περιοχή του νησιού καθώς είναι ενταγμένος στο δίχτυο προστασίας natura 2.000 με κωδικούς  πιστοποίησης GR2230002 και GR223007.
Η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από επιμέρους οικοσυστήματα που συνθέτουν μια πολύμορφη  οικολογική ενότητα . Τα σπουδαιότερα από αυτά είναι:
·      Η ομώνυμη λιμνοθάλασσα, έκτασης 5500 περίπου στρεμμάτων.
·      Μία μακρόστενη αμμώδη λωρίδα μήκους 6 χιλιομέτρων περίπου που βρίσκεται στα νότια και νοτιοδυτικά του υγροτόπου και χαρακτηρίζεται από εκτενείς  αμμοθίνες, πυκνά δασύλλια μεσογειακής βλάστησης καθώς και δύο  μικρά κεδροδάση με αρκετά ανεπτυγμένους Άρκευθους.
·      Οι σταθερές Αμμοθίνες των παραλίων.
·      Τα μεσογειακά αλίπεδα με βούρλα


ΤΟ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΙΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ
Η λιμνοθάλασσα Κορισσίων  είναι κλειστού τύπου και επικοινωνεί με τη θάλασσα με ένα τεχνητό δίαυλο. Έχει ρομβοειδές  σχήμα με τη μεγάλη διάμετρο μήκους 6 περίπου km και τη μικρή μήκους 1 περίπου km (μέγιστο πλάτος 1,5km)
Η έκταση της Λ/Θ κυμαίνεται κατά εκτίμηση περίπου από: 5.500 έως 6.000 στρ. Το μέσο βάθος της είναι 0,80 m ενώ το μέγιστο βάθος της 1,7 m.
Το τεχνητό στόμιο επικοινωνίας της λιμνοθάλασσας με τη θάλασσα (μπούκα) έχει μήκος 60-80 μέτρα, πλάτος 5-7 μέτρα και βάθος 0,80-1 μέτρα, και είναι κατασκευασμένο από πέτρες και σκυρόδεμα.
Μπροστά από την είσοδο του στομίου της ΛΘ έχει κατασκευαστεί προστατευτικός βραχίονας από ογκολίθους.
Η πρόσβαση στο στόμιο της λίμνης, όπου υπάρχουν οι ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις, γίνεται από το βορειοδυτικό άκρο της λίμνης μέσω χωματόδρομου.
Η λιμνοθάλασσα λειτουργεί σαν Δημοτικό ιχθυοτροφείο με κυριότερα αλιεύματα Τσιπούρα, Λαυράκι, Σαργό Κέφαλο, Τράγανο, Μαυράκι, Μυξυνάρι, Χέλι, Γλώσσα, Μουρμούρα, Σαργόπαππας, Γαρίδα ψιλή, καβούρια. Από τους θηλυκούς  κέφαλους που ονομάζονται  Μπάφες, παράγεται το  Αυγοτάραχο που αποτελεί περιζήτητο μεζέ.

Αμμοθίνες και Κέδροι
ΟΙ ΑΜΜΟΘΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ «ΚΕΔΡΟΔΑΣΗ»
Οι αμμοθίνες που παρατηρούνται νότια και νοτιοδυτικά του υγροτόπου δημιουργούν ένα μοναδικά αισθητικά τοπίο. Στις αμμώδεις παραλίες που βρίσκονται κοντά στη λιμνοθάλασσα και κυρίως στο νότιο  τμήμα της περιοχής υπάρχει το μοναδικό στη περιοχή δάσος κέδρων. Η παρουσία κωνοφόρων (άρκευθοι) ως αντιπροσωπευτικά στοιχεία της Μεσογειακής βλάστησης δεν είναι ιδιαίτερα κοινή.  Την βλάστηση της περιοχής συμπληρώνουν τα δασύλλια της μεσογειακής βλάστησης και οι παρόχθιοι καλαμιώνες. 
Το συγκεκριμένο οικοσύστημα αποτελεί ένα σύνθετο και καλά διατηρημένο σύνολο  μεγάλης αισθητικής και επιστημονικής αξίας σε μία περιφέρεια της χώρας που το φυσικό περιβάλλον είναι έντονα επηρεασμένο από την τουριστική ανάπτυξη.
ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΑΜΜΟΘΙΝΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΙΩΝ
Πρόκειται για Σταθερές θίνες της δυτικής και κεντρικής Μεσογείου, της Αδριατικής, του Ιονίου και της Βόρειας Αφρικής με Crucianella maritime και  Pancratium maritimum (κρίνοι της θάλασσας). Ο Oικότοπος αυτός δέχεται, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, πολυάριθμες και έντονες ανθρώπινες επιδράσεις λόγω του ότι στις αμμώδεις παραλίες σημειώνεται συνήθως η εντονότερη τουριστική δραστηριότητα. Έτσι μπορεί να παρατηρηθεί καταπάτηση της βλάστησης, ρίψη απορριμμάτων, ελεύθερο camping, κλπ. Οι δραστηριότητες αυτές απειλούν να αφανίσουν αυτόν τον τύπο οικοτόπου εφόσον καταλαμβάνει ήδη μικρή έκταση και η εξάπλωση του είναι ήδη περιορισμένη.
ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΑ ΑΛΙΠΕΔΑ ΜΕ ΒΟΥΡΛΑ
Πρόκειται για οικότοπο που χαρακτηρίζεται από την υψηλή παρουσία των Juncus sp.p. (Βούρλα). Τα είδη αυτά αποικίζουν εδάφη μέτριας μηχανικής σύστασης, κατακλυζόμενα ή με ψηλή υπόγεια στάθμη νερού. Τέτοιες εδαφικές συνθήκες δημιουργούνται συνήθως σε χαμηλές εσωτερικές θέσεις που επηρεάζονται σε μέτριο βαθμό από την υπόγεια θαλάσσια στάθμη. Κατά συνέπεια στις ζώνες αυτές οι φυτοκοινωνίες των βούρλων  συχνά συνοδεύονται από είδη με σημαντική διαβάθμιση στις απαιτήσεις τους σε αλατότητα και υγρασία εδάφους.

Από τη «Φωνή των Αργυραδιτών», αρ. φ. 117, Μάιος – Ιουν. 201