ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Διάψευση προσδοκιών, αλλαγή πλεύσης



Με νωπή ακόμη την ψήφιση των σκληρών μέτρων για το 2019-2020 και τις δηλώσεις του πρωθυπουργού ότι μπορεί να αναγκαστεί να φορέσει γραβάτα, διότι τα «νέα είναι καλά» για τη ρύθμιση του χρέους, η κυβέρ­νηση προσπαθεί να βρει γραμμή πλεύσης μετά το πέραν πάσης κυβερ­νητικής προσδοκίας αποτυχημένο Εurogroup της 22ας Μαΐου.

Η λύση που έπεσε στο τραπέζι της συνεδρίασης τη Δευτέρα, σύμ­φωνα και με πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει στον γερμανι­κό και διεθνή Τύπο, ουσιαστικά μεταθέτει το πρόβλημα και τη συζήτηση για τα μεσοπρό­θεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους μετά τις γερμανικές εκλογές και ακυρώνει τον «οδι­κό χάρτη» για ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτι­κής χαλάρωσης και πρώτη δοκιμαστική έξο­δο στις αγορές εντός του καλοκαιριού.

Χθες, ο πρωθυπουργός, από το υπουργείο Περιβάλλοντος το οποίο επισκέφθηκε και απ' όπου παραχώρησε συνέντευξη Τύπου, χαμή­λωσε τις προσδοκίες σχετικά με το Εurogroup της 15ης Ιουνίου για το χρέος.

Ειδικότερα, χαρακτήρισε την έξοδο στις α­γορές στρατηγικό στόχο που είναι κοντά, κα­θώς η κατάσταση της οικονομίας πλέον δημιουργεί τις προϋποθέσεις για βιώσιμα επιτόκια. Και διευκρίνισε πως: «Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί είτε πάρουμε μια συμφωνία για το χρέος σαν αυτήν που μας παρουσίασε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών εί τε με μια ακόμα καλύτερη που πα­λεύουμε να πάρουμε».

Η αποστροφή αυτή του πρω­θυπουργού ερμηνεύτηκε ευρύ­τερα ως χαμήλωμα του πήχη και άνοιγμα στο ενδεχόμενο η κυβέρ­νηση να δεχτεί τελικά τη λύση που προτείνει ο Σόιμπλε, στο επόμενο Eurogroup.

Πάντως, κυβερνητικές πηγές λίγο μετά την επίσκεψη στο υπουργείο προέβαιναν σε μάλλον χλιαρές δι­αψεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχει αλλαγή σε σχέση με ό,τι λεγόταν τις προηγούμενες μέ­ρες και η κυβέρνηση επιμένει στις θέσεις της. Η εικόνα αυτή επιχειρήθηκε να διασωθεί με την επανάληψη του αιτήματος για προσδιορισμό των με­σοπρόθεσμων μέτρων και την τή­ρηση των δεσμεύσεών τους εκ μέρους των δανειστών κατά την ομι­λία του πρωθυπουργού στον Σύνδε­σμο Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος.

Η παραπάνω δήλωση του πρωθυπουργού όμως φαίνεται να επιβεβαιώνει τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί η κυβέρνηση, εκεί που λίγα εικοσιτετράωρα πριν ανέμενε - σύμφωνα και με τις διαβεβαιώσεις που δι­έθετε σε ανώτατο επίπεδο - ότι πλησιάζει η λύση που περιέγραφε όλο το προηγούμενο διάστημα. Η λύση αυτή προέβλεπε κλείσιμο της αξιολόγησης με απόφαση για εκταμίευση της δόσης και λύση για το χρέος - είτε στις 22 Μαΐου, είτε λίγες μέρες αργότερα - με προσ­διορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος και σε κάθε περίπτωση τέτοιων που να καλύπτουν τόσο το ΔΝΤ (ώστε να μπορεί να εισηγηθεί στο Δ.Σ. του τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα και να καταρτίσει τη σχετική έκ­θεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους) ό­σο και την ΕΚΤ, η οποία βασιζόμενη στην εν λόγω έκθεση θα μπορούσε να εντάξει τα ελ­ληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Ενδεχομένως, μετά τη Δευτέρα να βρισκό­μαστε πλέον αρκετά μακριά από την παραπάνω αλληλουχία, καθώς πλέον η βάση της συζήτησης όλα δείχνουν πως εκκινεί από την πρόταση Σόιμπλε.

Στο σημείο αυτό καλό είναι να προ­ σπαθήσουμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πληροφοριών και των πρόσφατων εξελίξεων.

Η πρόταση Σόιμπλε, όπως αποκαλύπτει η γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt» αλλά και οι «Financial Times», προβλέπει ότι το ΔΝΤ δηλώνει τώρα την πρόθεσή του να συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρό­γραμμα, υπό τον όρο ότι θα εκταμιεύσει τα κεφάλαια όταν θα το ικανοποιούν οι όροι βι­ωσιμότητας του ελληνικού χρέους, δηλαδή όταν οι Ευρωπαίοι θα είναι σε θέση να προσ­διορίσουν με την απαιτούμενη (από το Τα­μείο) σαφήνεια τα μεσοπρόθεσμα μέτρα. Η λύση αυτή:

- δίνει στον Σόιμπλε τη δυνατότητα να μπει στην προεκλογική περίοδο «νικητής» με τή­ρηση της δέσμευσης ότι το ΔΝΤ στηρίζει επίσημα το ελληνικό πρόγραμμα,

- υπονοεί τη μετάθεση της ουσιαστικής συζήτησης για μετά τις γερμανικές εκλογές, κάτι που στην πράξη σημαίνει προς το τέλος του τρίτου προγράμματος: μέχρι να γίνουν οι εκλογές, να σχηματιστεί η κυβέρνηση που θα προκύψει και να βρει τον βηματισμό της ώστε να είναι σε θέση να ξεκινήσει τις σχετικές συ­ζητήσεις, κατά πάσα πιθανότητα θα έχουμε μπει στο 2018.

Η πρόταση αυτή, πάντως, δεν επηρεάζει την εκταμίευση της δόσης για την πληρωμή των λήξεων ομολόγων προς την ΕΚΤ τον Ιού­λιο, αν και το μη κλείσιμο της αξιολόγησης και η αναβολή της απόφασης για την εκταμί­ευση φαίνεται ότι υιοθετήθηκαν από τους δανειστές για διαπραγματευτικούς λόγους και περαιτέρω πίεση στην ελληνική κυβέρ­νηση.

Να σημειωθεί ότι ο κυβερνητικός εκπρό­σωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών | δεν αποκάλυψε τις λεπτομέρειες της πρότασης, αλλά στάθηκε στο ότι δεν έγινε αποδεκτή από την Ελλάδα και ο­ρισμένους εταίρους διότι «δεν έδινε σα­φή και καθαρή λύση στο πρόβλημα», αντιθέτως «θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι μεταθέτει τη λύση του προβλήματος στο μέλλον». Πλέον η κυβέρνηση φαί­νεται να συνειδητοποι­εί ότι το τοπίο της διαπραγμάτευσης έχει αλλάξει άρδην οπότε είναι αναγκα­σμένη να ανακρούσει πρύμναν προς «ρεαλιστικότερες» κατευθύνσεις, καθώς η επιλογή της σύγκρουσης με τους δανειστές θεωρείται αυ­τήν τη στιγμή ότι θα υπονομεύσει το ένα «α τού» που έχει απομείνει στην κυβέρνηση για να στηρίζει το αφήγημα της εξό­δου στις αγορές, τη βελτίωση των συνθηκών της οικονομίας. Ούτε η στήριξη των χωρών του Νότου η οποία τόσο πολύ προβλήθηκε τα τελευταία εικοσιτετράωρα - ήταν, κατά πληροφορίες, α­κλόνητη καθ' όλη τη διάρκεια του Eurogroup, οι δε αντοχές «αντίστασης» στον Σόιμπλε εκ μέρους της Γαλλίας καθώς φαίνεται, έχουν ένα όριο..

Από την άλλη, του­λάχιστον με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ούτε η «ηρωική έξο­δος» φαίνεται να είναι στα σχέδια του πρωθυπουργού.

Έξοδος

Το νόημα της δήλωσης Τσίπρα είναι ότι και με τη λύση Σόιμπλε (η ο­ποία μεταθέτει το πρόβλημα) είναι εφικτό να βγούμε στις αγορές. Άλλωστε το ενδεχό μενο της εξόδου χωρίς την προϋπόθεση του QΕ, μόνο και μόνο από τη βελτίωση της εικό­νας της οικονομίας είχε αφεθεί δειλά ανοικτό και πριν από το Eurogroup, χωρίς ωστόσο να τονιστεί ιδιαίτερα. Να σημειωθεί ότι ο πρω­θυπουργός σε αυτήν τη συνομιλία που είχε με τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες ανέφερε ότι και μόνο με το κλείσιμο της αξιολόγησης το επιτόκιο δανεισμού μπορεί να πέσει από το 5% στο 4% - 4,5%.

Πλέον η προσπάθεια αναπροσαρμογής του αφηγήματος είναι εμφανής στις χθεσινές δη­λώσεις Τσίπρα στο υπουργείο, σύμφωνα με τις οποίες οι επενδύσεις στην Ελλάδα δεν εί­ναι πλέον υψηλού ρίσκου, ενώ «παρά τις περι­πέτειες που πέρασε (η χώρα) κρατήθηκε στον πυρήνα της ευρωζώνης, είναι μια χώρα που δεν έχει ελλείμματα, έχει εξυγιάνει τα οικονο­μικά της και δημιουργεί προϋποθέσεις για έ­να πολύ καλό come back». «Μετά τις 15 Ιου­νίου θα είμαστε εδώ και θα βλέπουμε επανα­λαμβανόμενες καλές ειδήσεις για επενδύσεις στην Ελλάδα» πρόσθεσε.

Στο μεταξύ, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνησης δεν εγκαταλείπει οριστικά τον στόχο για ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, απλώς την τοποθετεί αργότερα, προς το τέλος του χρόνου, καθώς μέχρι τότε τουλάχιστον φαίνεται να διαρκεί το πρόγραμ­μα μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πο­λιτικής του Ντράγκι.

Το παρασκήνιο

Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ;

Σύμφωνα με τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας αναφορικά με το παρασκήνιο των τελευταίων ημερών:

1 Η κυβέρνηση πόνταρε στις διαβεβαι­ώσεις που - και κατά δήλωση του πρωθυπουργού - λάμβανε όλο το τελευταίο δι­άστημα ακόμη και σε ανώτατο επίπεδο από Μέρκελ και Λαγκάρντ, και πάνω στις οποίες πατούσε για να προβάλει το αφήγημα του ο­δικού χάρτη που μπορεί να θεωρηθεί λογικός και εύλογος.

2 Βασιζόταν επίσης ακριβώς στην προε­κλογική ανάγκη Σόιμπλε να εκπληρωθεί η δέσμευσή του για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ώστε να θεωρείται στο εσωτερικό της Γερμανίας ότι διασφαλίζο­νται οι εγγυήσεις υλοποίησης των μεταρρυθ­μίσεων σε αντάλλαγμα της χρηματοδοτικής στήριξης. Η απαίτηση του Σόιμπλε για συμμε­τοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα οδηγούσε το κυβερνητικό επιτελείο στην εκτίμηση ότι θα βρεθεί ένας συμβιβασμός που να ικανοποιεί και το Ταμείο.

Ειδικότερα όσον αφορά την πλευρά του Τα­μείου η κυβέρνηση φαίνεται πως είχε αποκο­μίσει την αίσθηση ότι αυτό δεν θα κάνει πίσω στον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων εδώ και τώρα και όχι μετά τις εκλογές, ενώ και η Μέρκελ, σύμφωνα με τον Αλέξη Τσίπρα, τον διαβεβαίωνε ότι δεν θέλει να σύρει το πρό­βλημα στα μεθεόρτια των γερμανικών εκλο­γών.

Με βάση και την απόσταση στις εκτιμήσεις των δύο πλευρών για το ελληνικό χρέος και τις προτάσεις τους για να γίνει βιώσιμο, η κυβέρ­νηση εκτιμούσε ότι το ενδεχόμενο να μετατε­θεί η συζήτηση είχε φύγει από το πλάνο.

Ανεπισήμως υποστηριζόταν ότι η διαπραγ­μάτευση είναι πραγματική (άρα όχι προσχηματική) και εξαιρετικά σκληρή, αλλά το τέ­λος θα είναι αίσιο. Μάλιστα προειδοποιούσαν ότι μέχρι τις 15 Ιουνίου θα δούμε πολλά συγκρουσιακά επεισόδια μεταξύ των δύο πλευ­ρών, που όμως δεν ανατρέπουν την κατάληξη.

Ωστόσο, όπως διαφάνηκε, ο Σόιμπλε - είτε υπήρχε η σχετι­κή προσυνεννόηση με το Τα­μείο είτε πράγματι αιφνιδίασε - παρουσίασε στο ΔΝΤ μια πρόταση που μάλλον το Ταμείο δεν μπορούσε να αρνηθεί στον βαθμό που το απαλλάσσει από τις χρηματοδοτικές υποχρεώσεις.

Έτσι, σύμφωνα και με τα όσα καταγρά­φει ο διεθνής Τύπος, Βερολίνο και Ταμείο φαίνεται να ήρθαν σε συνεννόηση να μη λύσουν την (πραγμα­τική) διαφωνία τους τώ­ρα, αλλά να τη μεταθέσουν για το βολικό για τη Γερμανία διάστημα μετά τις γερμανικές ε­κλογές.

Μπλόφα;

Στο μεταξύ, το περιεχόμενο της υπαρκτής διαφωνίας φαίνεται πως εν προκειμένω αξιοποιήθηκε για να πιεστεί η Ελλάδα να αποδε­χτεί (άμεσα ή στο επόμενο Eurogroup) την προσφερόμενη «συμβιβαστική» λύση, στον βαθμό που τα σενάρια για επίτευξη βιωσιμό­τητας που κατέθετε η γερμανική πλευρά στο τραπέζι έκαναν λόγο για υψηλά πλεονάσματα γύρω στο 2,2% του ΑΕΠ. Τα σενάρια αυτά α­πό τη μία προκαλούσαν την αυτονόητη απόρ­ριψη εκ μέρους του Ταμείου, από την άλλη εμ­μέσως προδιέγραφαν το ζοφερό ενδεχόμενο για την Ελλάδα να υποχρεωθεί να δεσμευθεί σε ένα πλαίσιο αέναης λιτότητας, στην περί­πτωση που το Ταμείο αποχωρούσε και η κυ­βέρνηση βρισκόταν πια αντιμέτωπη μόνο με την ευρωζώνη και τις αναλύσεις βιωσιμότη­τας του ΕSΜ και του Βερολίνου.

Πάντως, για την ιστορία, στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ο κυβερνητικός εκ­πρόσωπος, αν και επέμεινε ότι βρισκόμαστε ακόμη στο βασικό σενάριο και πως η προσπά­θεια των επόμενων ημερών είναι για τη γεφύρωση των διαφορών, για πρώτη φορά έδειχνε να μην μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο το ΔΝΤ να αποχωρήσει τελικά από το πρόγραμ­μα και να χρειαστεί να υπάρξουν «τροποποιή­σεις». Ο ίδιος εξέφρασε τη γνώμη ότι δεν χρει­άζεται ένα πρόγραμμα εξ αρχής καινούργιο ό­πως προ μηνών είχε «απειλήσει» ο Σόιμπλε.

Και άλλοι παράγοντες της κυβέρνησης και τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού δεν απέκλειαν, ήδη από την επομένη του Εurogroup, το ενδεχόμενο να δεχτούμε μια λύ­ση χωρίς το ΔΝΤ και με επανασχεδιασμό του προγράμματος στη βάση των γερμανικών α­ναλύσεων βιωσιμότητας με υψηλά πλεονά­σματα ώς το 2060.

ΠΗΓΗ: ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1970 στις 25-5-2017

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου