ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Επιλογή διευθυντών: Η εκπαίδευση και οι εκπαιδευτικοί… στα θρανία του survivor!



Του Χρήστου Κάτσικα



Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ: Η εκπαίδευση… στα θρανία του survivor!

Στις 25 Μαΐου ψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής ο νόμος για την επιλογή των διευθυντών των σχολικών μονάδων  που αντικαθιστά το προηγούμενο νόμο Μπαλτά – Κουράκη, ο οποίος κρίθηκε αντισυνταγματικός με απόφαση του  ΣτΕ. Το Υπουργείο Παιδείας προβάλει το νέο σύστημα επιλογής διευθυντών σαν μια ακόμη δόση του «νέου αέρα» που έχει φέρει στην εκπαίδευση.
               Η επιστροφή στο παλιό σύστημα επιλογής διευθυντών (ενώ μένει ανέγγιχτο το θεσμικό πλαίσιο της αξιολόγησης, η δομή της εκπαιδευτικής ιεραρχίας, οι αρμοδιότητες του διευθυντή και το αυταρχικό πλαίσιο λειτουργίας του σχολείου), με κριτήρια τα τυπικά προσόντα, την προϋπηρεσία και την επαναφορά της αμαρτωλής συνέντευξης μέσα από ένα διορισμένο μηχανισμό του Συμβουλίου Επιλογής), συνοδεύεται, αυτή τη φορά, με το μέτρο της «μη μοριοδοτούμενης και μη δεσμευτικής άποψης του Συλλόγου Διδασκόντων».
                Σύμφωνα με το νέο νόμο ο Σύλλογος διδασκόντων θα καλείται σε ξεχωριστή συνεδρίαση να συντάσσει πρακτικό μέσα από το οποίο θα «αποτιμά»  τη συμβολή στο εκπαιδευτικό έργο, την προσωπικότητα και τη γενική συγκρότηση του κάθε υποψηφίου. Η διαδικασία της «φανερής περιγραφικής αξιολόγησης» θα γίνεται στη βάση δεικτών αξιολόγησης μέσω ερωτηματολογίων τα οποία θα αποστέλλονται στα σχολεία μετά από Υπουργική Απόφαση και γνωμοδότηση του Ι.Ε.Π.
                Να το πούμε καθαρά: Η διαδικασία εμπλοκής του συλλόγου διδασκόντων στην επιλογή των διευθυντών δεν είναι απλά «καρικατούρα» επειδή η γνώμη του θα λαμβάνεται υπόψη μόνο συμβουλευτικά από τα Υπηρεσιακά Συμβούλια! Αποτελεί τμήμα της γενικότερης διαδικασίας αξιολόγησης που προβλέπεται στο ν. 4369/16 – Βερναδάκη και που προωθείται και στην εκπαίδευση.
           Η διαδικασία αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του νόμου Βερναρδάκη για την αξιολόγηση των προϊσταμένων από τους υφισταμένους, αφού το 4ο μνημόνιο προβλέπει ότι η αξιολόγηση στην εκπαίδευση πρέπει να συνάδει με την αξιολόγηση σε όλο το δημόσιο τομέα. Ταυτόχρονα  οι «ερωτήσεις αποτίμησης» ουσιαστικά εισάγουν τους δείκτες του ΠΔ 152, που η κυβέρνηση δεν έχει καταργήσει.
           Η  αξιολόγηση όλων (εκπαιδευτικής μονάδας, στελεχών, εκπαιδευτικών) είναι σαφής μνημονιακή δέσμευση και  αποτελεί βασικό στοιχείο του Τριετούς Σχεδίου για την εκπαίδευση  που ανακοίνωσε το Υπουργείο Παιδείας, όπου με σαφήνεια διατυπώνεται ότι θα στηρίζεται και στη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ που θα δημοσιοποιηθεί στη διάρκεια του 2017.

ΠΑΓΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ
                Είναι φανερό ότι το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί με έντεχνο τρόπο, να παγιδεύσει και να «εκπαιδεύσει» τους εκπαιδευτικούς στην κουλτούρα της «αξιολόγησης» και μάλιστα από την πίσω πόρτα, αφού καλούνται να αξιολογήσουν τους υποψήφιους διευθυντές με τα κριτήρια που θέτει το ίδιο. Και είναι προφανές ότι όπως αυτοί θα κληθούν να αξιολογήσουν τους υποψήφιους διευθυντές,-και μάλιστα χωρίς αυτή η αξιολόγηση να είναι μετρήσιμη-, έτσι και  οι ίδιοι θα πρέπει ν’ αποδεχθούν να αξιολογηθούν (μόνο που στην δική τους περίπτωση, η αξιολόγηση, θα είναι μετρήσιμη). Και οφείλουμε να θυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με την έκθεση της «περίφημης» Αρχής Διασφάλισης Ποιτότητας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠΠΔΕ) πρώτος και βασικός στόχος είναι «να διασφαλιστούν οι διαθέσεις και οι στάσεις των εκπαιδευτικών για ενεργό εμπλοκή τους (στις διαδικασίες αξιολόγησης). Οι μορφές αυτοαξιολόγησης και εξωτερικής αξιολόγησης θα συνδυαστούν αφού έχει εμπεδωθεί κουλτούρα αξιολόγησης».
               Από την άλλη είναι πραγματικά, άξιο απορίας το σκεπτικό με το οποίο, ένας Σύλλογος Διδασκόντων και μάλιστα ελλιπής, (καθώς θ’ αποκλείονται οι αναπληρωτές καθηγητές - πολύ δημοκρατικό… βεβαίως βεβαίως), θα αποφασίζει με Πράξη Συλλόγου, για το κατά πόσο ένας υποψήφιος διευθυντής είναι ικανός ν’ αναλάβει Διευθυντικά καθήκοντα… σ’ ένα άλλο σχολείο!
                Παράλληλα, αυτή καθ’ αυτή η Πράξη Συλλόγου είναι φανερό ότι όταν δεν αποτελεί  «ευχετήρια κάρτα», σε πολλές περιπτώσεις θα δημιουργήσει αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις μέσα στα ίδια τα σχολεία (η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει στα σχολεία καννιβαλιστικές συμπεριφορές τύπου survivor),  θα διασπάσει την όποια συνοχή και θα έχει και παρεπόμενα και συνέπειες, και ο νοών νοείτω.
               
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: ΑΛΛΑ ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ!
                Από την άλλη η κριτική που γίνεται από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στους όρους με τους οποίους θα γίνουν οι κρίσεις των Διευθυντών Εκπαίδευσης (υπονοώντας ότι το Υπουργείο Παιδείας έχει μεθοδεύσει την επιλογή των «δικών του παιδιών»), αποκρύπτει επιμελώς το βασικό ζήτημα που δεν είναι άλλο από τη η φιλοσοφία και το ιεραρχικό πλέγμα της διοίκησης που «οικοδομεί» στελέχη τα οποία καλούνται να εφαρμόσουν μια πολιτική που «γδέρνει» την ήδη ρημαγμένη εκπαιδευτική γη. Και οι αιτιάσεις δεν είναι τυχαίες καθώς, όπως είναι γνωστό, στο παρελθόν τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν τη δημόσια διοίκηση ως φέουδο και πάντα «ύφαιναν» όρους επιλογής των στελεχών του δημόσιου τομέα που πριμοδοτούσαν αποκλειστικά τους κομματικούς τους φίλους. Άρα έχουν την τεχνογνωσία και ο καυγάς γίνεται όχι για την πολιτική που θα εφαρμόσουν τα πρόσωπα που θα επιλεχθούν αλλά για τα ίδια τα πρόσωπα.
                Από την άποψη αυτή, το ποιος και πως επιλέγεται στη θέση του στελέχους έχει μια σημασία, ωστόσο μεγαλύτερη σημασία έχει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των στελεχών εκπαίδευσης  και η πολιτική που θα υπηρετήσει.
                Και βέβαια, στην περίπτωση που το νομοθετικό «πατρόν» των καθηκόντων δεν αλλάζει, στην περίπτωση που η εκπαίδευση συνεχίζει να «ζυμώνεται» με την άθλια μαγιά των μνημονιακών (και όχι μόνο) αντιεκπαιδευτικών νόμων, στην περίπτωση που το σχολείο των περικοπών, του αυταρχισμού και του φθηνού εκπαιδευτικού παραμένει ζώσα πραγματικότητα, τότε δεν θα έχουμε τίποτε περισσότερο από ένα «φρέσκο» και αναβαθμισμένο μηχανισμό επιβολής των μνημονιακών μέτρων στην εκπαίδευση.
                Είναι φανερό ότι η λειτουργία των θεσμών δεν καθορίζεται από τις προθέσεις των προσώπων που συμμετέχουν στους θεσμούς, αλλά από τις πολιτικές που τους συγκροτούν. Και είναι επίσης φανερό ότι η όλη διαδικασία χρωματίζεται από την εφαρμογή των τριών μνημονίων και τις αντιλαϊκές πολιτικές κυβέρνησης, Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΟΟΣΑ. Η στελέχωση του δημοσίου σε διοικητικό επίπεδο επιχειρείται στα πλαίσια της εφαρμογής των παραδοτέων του μνημονίου και της «αποπολιτικοποίησης» του και περιλαμβάνει την εφαρμογή των αντιλαϊκών- αντιεκπαιδευτικών πολιτικών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συνδέεται με την άμεση και βαθύτερη προώθηση του σχολείου της αγοράς, τους μηδενικούς διορισμούς, την υποχρηματοδότηση, την αξιολόγηση, τα παραδοτέα του μνημονίου και την εφαρμογή της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ. Η θέση των διευθυντών εκπαίδευσης είναι πολιτική θέση άσχετα με τον αν η κατάληψή της γίνεται με διορισμό, με «εκλογές», με ΑΣΕΠ, με προσόντα κλπ. Διαχρονικά, παίζει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση και εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Τα στελέχη στην εκπαίδευση όπως και σε όλο το Δημόσιο δεν επιλέγονται για να εφαρμόσουν φιλεκπαιδευτικές πολιτικές αλλά πολιτικές που βρίσκονται απέναντι από τα συμφέροντα του δημόσιου σχολείου, των μαθητών και των εκπαιδευτικών.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου