ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Η Αξιολόγηση και Επιλογή Υποδιευθυντών και Υπευθύνων Τομέων, η Διαμαντοπούλου και η Συνέχεια του Κράτους


Η Αξιολόγηση και Επιλογή Υποδιευθυντών και Υπευθύνων Τομέων, η Διαμαντοπούλου και η Συνέχεια του Κράτους

Του Πέτρου Νομικού*

Το νομικό πλαίσιο

Η Υπουργική Απόφαση Αριθ. Φ. 361.22/68/136657/Ε3 της 23ης Αυγούστου 2017 την οποία έξι μέρες μετά, στις 29-08-17 εξειδικεύει η εγκύκλιος Φ.361.22/70 /141867/E3, «Διευκρινίσεις σχετικά με την επιλογή υποψηφίων Υποδιευθυντών όλων των τύπων Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Εργαστηριακών Κέντρων και Υπεύθυνων Τομέων Ε.Κ.» βασίζεται και επικαλείται το νόμο 3848 του 2010 (ΦΕΚ Α71) που φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή της  πρωθιερείας της αξιολόγησης, του γκεσεμιού της τρόικας, της  Άννας Διαμαντοπούλου και έχει τον εύγλωττο τίτλο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού - καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις» και ειδικότερα επικαλείται το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού, που τιτλοφορείται «ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ».

Το κεφάλαιο Β αυτό του εν λόγω νόμου τροποποιήθηκε με το νόμο 4327 του 2015 (ΦΕΚ Α50) που έχει τον τίτλο «Επείγοντα μέτρα για την Πρωτοβάθμια, Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση», φέρει την υπογραφή του Α. Μπαλτά και του Γ. Βαρουφάκη και ημερομηνία 14 Μαΐου 2015, την ώρα δηλαδή που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδινε γη και ύδωρ στην τρόικα κι εξασκούνταν εναγωνίως στη θαυματοποιία της μετατροπής του ΟΧΙ σε ΝΑΙ. Ο νόμος αυτός χαρακτηρίστηκε σκωπτικά από το εκπαιδευτικό κίνημα ως «Αριστερή αξιολόγηση» και έχει τους ίδιους και απαράλλαχτους αντικειμενικούς σκοπούς που είχε και ο ν. 3848 της «κακής» Διαμαντοπούλειας αξιολόγησης.

Η υπουργική απόφαση Γαβρόγλου της 23ης Αυγούστου 2017 επικαλείται επίσης τους τροποποιητικούς νόμους 4351/2015 (ΦΕΚ Α164) της 4ης Δεκεμβρίου 2015, «Βοσκήσιμες γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις» και 4473/2017(ΦΕΚ Α78) της 30ης Μαΐου 2017 «Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου σε θέματα εκπαίδευσης». Ο νόμος για τα βοσκοτόπια περιέχει τροποποιήσεις για τη μοριοδότηση και προϋπηρεσία των υποψηφίων στελεχών και θεσπίζει συμβούλια επιλογής στελεχών, ο δε 4473 «επιτάχυνσης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου εν όψει της αξιολόγησης από τους “θεσμούς”», όπως θα έπρεπε να τιτλοφορείται, εισάγει την τριετή θητεία.

Αυτό είναι το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η εγκύκλιος επιλογής υποδιευθυντών. Ο νόμος αναφοράς, είναι ο νόμος Διαμαντοπούλου ο οποίος ΟΥΔΕΠΟΤΕ καταργήθηκε.

Η συγκεκριμένη διαδικασία

Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα τα όσα προβλέπει η εγκύκλιος επιλογής υποδιευθυντών και υπευθύνων τομέων ΕΚ, οι οποίοι παίρνουν σειρά για να αξιολογηθούν μετά την αξιολόγηση των υποψηφίων διευθυντριών του καλοκαιριού. Αυτή τη φορά το εκλεκτορικό σώμα – ποιος στη χάρη του! – θα έχει αποφασιστικό ρόλο:  μόνο ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης για έκτακτους λόγους και μετά από αιτιολογημένη εισήγηση του λεγόμενου ΠΥΣΔΕ της παρ. 13 του άρθρου 21 του ν. 4327/2015 μπορεί να ακυρώσει την επιλογή του εκλεκτορικού σώματος.

Εν σχέσει με την παλιότερη προμνημονιακή διαδικασία πρότασης και ορισμού υποδιευθύντριας ή υπεύθυνης τομέα από το σύλλογο διδασκόντων, υπάρχουν κάποιες αλλαγές που διαφοροποιούν ποιοτικά την παρούσα διαδικασία. Τις απαριθμούμε:

1. Η θητεία του υποδιευθυντή είναι πλέον τριετής, όση και του διευθυντή. Συγκροτείται επομένως ένα διευθυντικό-διοικητικό δίδυμο σε κάθε σχολείο (πολυμελέστερο στα ΕΚ). Σε σχέση με το μονοπρόσωπο όργανο που αποτελούσε η διευθύντρια, το νέο αυτό όργανο διοίκησης έρχεται να ενισχύσει το ρόλο του διευθυντή-manager, δημιουργώντας ένα de jure μπλοκ μέσα στο σύλλογο διδασκόντων ικανό πλέον να αποτελέσει ισχυρότερο μοχλό πίεσης και πειθάρχησης.

2. Τον υποδιευθυντή/υπεύθυνο τομέα δεν επιλέγει πλέον ο σύλλογος διδασκουσών αλλά ένα υποσύνολό του, το οποίο δεν περιλαμβάνει όσους συναδέλφους εργάζονται και σε άλλο σχολείο με περισσότερες ώρες διδασκαλίας. Πρόκειται βέβαια και πάλι, όπως και για τους διευθυντές, για ένα εκλεκτορικό σώμα, εντελώς μετεωρικής νομικά υπόστασης, το οποίο βαφτίζεται «σύλλογος διδασκόντων» χωρίς να είναι. Τα σώματα αυτά των εκλεκτόρων αν και -μέχρι σήμερα- απαρτίζονται από μέλη του συλλόγου διδασκόντων είναι στην ουσία τους εξωτερικά όργανα αξιολόγησης μια και εμφανίζονται αποκλειστικά και μόνον όταν πρόκειται για αξιολόγηση και επιλογή στελεχών. Ας θυμηθούμε, ότι σε ολόκληρη τη βιβλιογραφία των τσαρλατάνων της αξιολόγησης δεν θα βρεις πιο καθολικά αποδεκτό αξίωμα από την εξωτερική αξιολόγηση! Ο αποκλεισμός από τα εκλεκτορικά σώματα μερικών συναδέλφων χωρίς αποχρώντα λόγο και χωρίς κάποιο, έστω και για τους τύπους, ενιαίο λογικό κριτήριο (μια εξαιρούνται οι αναπληρωτές, μια εξαιρούνται οι μόνιμοι που διατίθενται σε πολλά σχολεία) εξυπηρετεί ακριβώς αυτή την ανάγκη: να περάσει η «κουλτούρα» του ξεχωριστού αξιολογικού σώματος, η εξωτερική δηλαδή αξιολόγηση. Το σώμα αυτό άλλωστε, άπαξ και καθιερωθεί, μπορεί αύριο να διευρυνθεί με «ειδικούς» από ιδιωτικές φίρμες αξιολόγησης, εκπροσώπους των εργοδοτών γονείς κλπ., κλπ.

3. Η απόφαση του εκλεκτορικού σώματος πρέπει όχι απλώς να αιτιολογηθεί γραπτώς, αλλά επιπλέον το βασικό κριτήριο επιλογής που είναι, λέει, «η γνώση του αντικειμένου του προς άσκηση έργου» δεν είναι ζήτημα προσωπικής άποψης ή εκτίμησης, αλλά «συνάγεται», σύμφωνα με την εγκύκλιο που επαναλαμβάνει απλώς τη διατύπωση του άρθρου 12 του νόμου Διαμαντοπούλου, από έναν αυθαίρετο κατάλογο «προσόντων», που κυμαίνονται από το βαθμό του πτυχίου μέχρι το κοινωνικό έργο και τη συνδικαλιστική δράση. Πρόκειται δηλαδή για μια κανονική αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση συγκεκριμένα και αυθαίρετα κριτήρια τα οποία το εκλεκτορικό σώμα καλείται να διαπιστώσει και, με βάση αυτά – και όχι άλλα – να συγκρίνει μεταξύ τους, δηλαδή να αξιολογήσει, τους υποψηφίους.

4. Η ψηφοφορία είναι πλέον μυστική σε αντίθεση με την κάποτε απλή, φανερή ψηφοφορία. Με τη μυστική ψηφοφορία το υπουργείο προσπαθεί να αμβλύνει τις εντάσεις που η ίδια η εκπαιδευτική αντιμεταρρύθμιση δημιουργεί μέσα στους συλλόγους. Είναι άλλο πράγμα να επιλέγω την Α αντί του Β κατά την άποψή μου και άλλο να επιλέγω τον Β αντί της Α επειδή διαπίστωσα τα προσόντα τους. Ο αξιολογητής μαζί με τον δήμιο και  τον καταδότη ανήκουν σε εκείνη την κοινωνική κατηγορία, που χρειάζεται να κρύβει την ταυτότητά της.

5. Το σώμα προς το οποίο υποβάλλεται η πρόταση του υποτιθέμενου συλλόγου είναι και πάλι ένα μετεωρικής νομιμότητας σώμα αξιολογητών που απαρτίζεται από τα μέλη του ΠΥΣΔΕ, έναν σχολικό σύμβουλο και έναν εκπαιδευτικό πού έχει ορίσει ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης, ένα σώμα που ενεργοποιείται αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό της αξιολόγησης και επιλογής στελεχών εκπαίδευσης. Η ίδια η εγκύκλιος επιλογής υποδιευθυντών δεν μπορεί, για νομοτεχνικούς λόγους, να το ονοματίσει ΠΥΣΔΕ αλλά, για να θολώσει όσο μπορεί τα νερά, το αποκαλεί «ΠΥΣΔΕ της παρ. 13 του άρθρου 21 του ν. 4327/2015».

Η πολιτική αποτίμηση

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχει το συνήθειο να απομονώνει τα πράγματα. Έτσι μοιάζουν πιο άκακα και, δεδομένου ότι ο υποδιευθυντής ή ο υπεύθυνος τομέα αποτελούν την τελευταία τρύπα του ζουρνά της διοίκησης, φαντάζει περίπου φυσικός ο ισχυρισμός τους ότι της ιδίας ασημαντότητας είναι και η επιλογή υποδιευθυντριών: Ένα ασήμαντο λειτουργικό ζήτημα του σχολείου. Αυτό θα ισχυριστεί η γραφειοκρατία.

Η στάση αυτή κρύβει κάμποσες λαθροχειρίες. Πρώτα – πρώτα αποδέχεται το σχήμα διευθυντής – υποδιευθυντής. Ξεχνάει να υπογραμμίσει ότι το άκρως ιεραρχικό αυτό σχήμα υπονομεύει την παιδαγωγική ελευθερία, διευκολύνει την επιτήρηση του κράτους και αποτελεί το πρώτο στη σειρά εργαλείο in situ πειθάρχησης των εκπαιδευτικών. Και μάλιστα καθ' όλο το φάσμα των λειτουργιών μας ως επιστήμονες, εργαζόμενοι και δάσκαλοι. Το εκπαιδευτικό κίνημα έχει αντιπροτείνει, αντί της διευθύντριας, την εκ περιτροπής ετήσια ανάθεση συντονιστικού ρόλου σε έναν ή περισσότερους από τους εκπαιδευτικούς κάθε σχολείου, χωρίς επίδομα θέσης, με απαλλαγή από άλλα διδακτικά και εξωδιδακτικά καθήκοντα. Ιδού λοιπόν! Αν τα πράγματα είναι πράγματι τόσο απλά, ας τα κάνουν και διοικητικά απλά. Αλλά δεν υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι μια αστική διοίκηση, σε συνθήκες μάλιστα Μεγάλης Καπιταλιστικής Κρίσης, θα συναινούσε ποτέ σε μια τέτοια απλοποίηση!

Δεύτερον, η στάση της γραφειοκρατίας αντιστρέφει την πραγματικότητα. Δεν είμαστε εμείς εκείνοι που, καταγγέλλοντας την αξιολόγηση,  μεγαλοποιούμε το ζήτημα της επιλογής υποδιευθυντή, αλλά το κράτος που το περιπλέκει. Αν το ζήτημα ήταν τόσο ασήμαντο, γιατί το κράτος έσπευσε να το περιλάβει στην νομοθεσία της αξιολόγησης, να το εφοδιάσει με μια τέτοια διαδικασία, να ορίσει τριετή θητεία, ειδικό εκλεκτορικό σώμα στα σχολεία, ειδικό διευρυμένο «ΠΥΣΔΕ» κλπ με μια ολόκληρη σειρά νόμων που εκτείνονται χρονικά σε μια περίοδο οκτώ χρόνων; Στην πραγματικότητα, ο υπουργός παιδείας, ο κάθε υπουργός παιδείας, έχει στο κέντρο της πολιτικής του το όχημα πάσης αντιμεταρρύθμισης που ακούει στο όνομα αξιολόγηση και θα ήταν εντελώς ανίκανος εάν άφηνε εκτός του πλαισίου της την επιλογή υποδιευθυντή. Και οι υπουργοί της παιδείας, κατά τεκμήριο, μόνο ανίκανοι δεν υπήρξαν. Το αποδεικνύουν άλλωστε όλοι οι νόμοι που εισηγήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια, για να περιοριστούμε μόνο στην εποχή της Μεγάλης Καπιταλιστικής Κρίσης.

Η θέση του γραφειοκράτη συνδικαλιστή που μόλις περιγράψαμε όμως δεν είναι κατασκεύασμα της φαντασίας του. Αποτελεί αντικειμενική φαινομενικότητα, εδράζεται και αναφέρεται σε «προφάνειες» και γι' αυτό είναι και πειστική, γι' αυτό χρειάζεται και συγκεκριμένη ανάλυση για να αποκαλυφθεί η ουσία της και το πόσο απατηλή είναι. Δηλαδή η επιλογή των υποδιευθυντών, πράγματι εμφανίζεται μπροστά μας σαν κάτι το φυσιολογικό και μεμονωμένο και η προφάνεια αυτού του φαίνεσθαι μας κάνει να αμελούμε τον νόμο στον οποίο στηρίζεται και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Αν ο γραφειοκράτης χρησιμοποιεί αυτές τις φαινομενικότητες ως εργαλείο εξαπάτησης, η επίδρασή τους εντούτοις μπορεί να ανιχνευτεί και σε απόψεις που θα χαρακτηρίζαμε αριστερές. Η επιλογή των υποδιευθυντών προσλαμβάνεται από ένα μέρος της εκπαιδευτικής αριστεράς σαν ένα αποκομμένο, αυτόνομο γεγονός μικρής σημασίας και επομένως πολιτικά αμελητέο μπροστά στον όγκο της γενικότερης, πόντο τον πόντο, αντιδραστικής αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης που μας κατακλύζει. Αν, ως εδώ, έγινε σαφές ότι δεν πρόκειται για τίποτα λιγότερο από μια ακόμα περίπτωση αξιολόγησης, τότε χρειάζεται επειγόντως μια απάντηση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Από τακτική λοιπόν άποψη η επιλογή υποδιευθυντών αποτελεί σίγουρα μια αψιμαχία. Είναι επίσης γεγονός ότι στην επερχόμενη «μητέρα όλων των μαχών» ενάντια στην αξιολόγηση (η πρωτοβουλία για την οποία έχει περάσει δυστυχώς στον αντίπαλο) θα συγκεντρώνονταν ευκολότερα δυνάμεις από ό,τι στις αψιμαχίες. Το υπουργείο από τη μεριά του, γνωρίζοντάς το, προσπαθεί να αναλύσει την όλη αντιπαράθεση σε μικρές αψιμαχίες˙ κάνει έναν πόλεμο θέσεων. Αν ίσως καταφέρει το υπουργείο να κατακερματίσει τη μητέρα όλων των μαχών σε κερδισμένες για το ίδιο αψιμαχίες η μεγάλη μάχη δεν θα έρθει καν και δεν θα μας μείνει παρά να διαχειριστούμε την αμαχητί ήττα. Το σίγουρο πάντως είναι, πως δεν μπορείς να ελπίζεις ότι θα συγκεντρώσεις δυνάμεις για την κεντρική μάχη όταν έχεις χάσει αμαχητί όλες τις αψιμαχίες, όταν έχεις ηττηθεί στον πόλεμο των θέσεων. Αντίθετα, οι κερδισμένες αψιμαχίες αναγκάζουν τον αντίπαλο να εκτεθεί σε κατά μέτωπο συνολική επίθεση, μια επίθεση απέναντι στην οποία πράγματι, το εκπαιδευτικό κίνημα θα μπορούσε ευκολότερα να συγκεντρώσει δυνάμεις.

Πώς να απαντήσουμε;

Οι ταξικές δυνάμεις του εκπαιδευτικού κινήματος είναι ανάγκη να απαντήσουν. Για να το κάνουν αυτό έχουν δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι  απλός, ευθύς και αποτελεσματικός: αποχή από την ψηφοφορία. Σύμφωνα με την εγκύκλιο «Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία θεωρείται απόν». Αν οι απέχοντες από την ψηφοφορία είναι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες τότε το εκλεκτορικό σώμα δεν υποβάλλει πρόταση και, σύμφωνα πάντα με την εγκύκλιο κρίνει τις υποψηφιότητες το σώμα των αξιολογητών που βαφτίστηκε «ΠΥΣΔΕ της παρ. 13 του άρθρου 21 του ν. 4327/2015» με τους περίφημους αιρετούς του.

Ο δεύτερος τρόπος θα ήταν η λευκή ψήφος. Η εγκύκλιος γράφει ότι «οι αποφάσεις του συλλόγου διδασκόντων λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων». Όποιος ψηφίζει είναι παρών, άρα μια πλειοψηφία λευκών ψήφων μπλοκάρει και πάλι τη διαδικασία.

Φυσικά, το όποιο μπλοκάρισμα θα προσπεραστεί, αποκρυβεί κλπ. Έτσι, το μπλοκάρισμα της διαδικασίας δεν μπορεί να αποτελέσει στόχο της κινητοποίησής μας. Το μήνυμα όμως της αντίστασης μέσα στους συλλόγους θα έχει φτάσει και στα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Η αψιμαχία θα έχει χαθεί για το υπουργείο.

Σημειώσεις

Συνυπογράφουν μαζί της κι ένας αστερισμός αξέχαστων πολιτικών ανδρών που έχει προ πολλού δύσει.  Θαυμάστε ονόματα περικλεή: Κ. Παπούλιας, Ι. Ραγκούσης, Λ. Κατσέλη, Γ. Παπακωνσταντίνου, Χ. Καστανίδης. Τι πινακοθήκη πολιτικών απατεώνων!
Οι αναπληρωτές εξαιρέθηκαν το καλοκαίρι από τα εκλεκτορικά σώματα των διευθυντών διότι υποτίθεται ότι δεν ήξεραν πρόσωπα και πράγματα και ήταν επομένως ανίκανοι να κρίνουν. Τώρα φαίνεται ότι και μόνιμος να είσαι, το γεγονός ότι διατίθεσαι σε πολλά σχολεία, σε κάνει επίσης ανίκανο να κρίνεις υποδιευθυντές. Επιτέλους, ικανός, ανίκανος τι πονοκέφαλος! Η επόμενη σκέψη της «κοινής λογικής» είναι βέβαια ο εξωτερικός, «αμερόληπτος«, «αντικειμενικός», «ειδικός» τεχνικός της αξιολόγησης.
Αφήνουμε στη φαντασία του αναγνώστη τι είδους συνδικαλιστής θα ήταν εκείνος που θα χρησιμοποιούσε τη συμμετοχή του στη διοίκηση του σωματείου ως προσόν καριέρας. Η εγκύκλιος πριμοδοτεί τις καριέρες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που τόσα έχει προσφέρει στην ανακοπή και υπονόμευση των αγώνων της εκπαιδευτικής βάσης.
Τα πράγματα της εκπαιδευτικής διοίκησης δεν είναι απλά και εκείνο που τα εμποδίζει να είναι απλά ακούει στο όνομα καπιταλιστικό κέρδος. Αν αυτό λείψει από τη μέση, τότε τα πράγματα μπορούν πράγματι να είναι απλά τεχνικά προβλήματα.
*Ο Πέτρος Νομικός είναι μέλος ΔΣ Α ΕΛΜΕ Κυκλάδων 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου