ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Μετέωρη χώρα η Ελλάδα- Η σκληρή αλήθεια για οικονομία-απασχόληση από ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ



Μετέωρη χώρα η Ελλάδα- Η σκληρή αλήθεια για οικονομία-απασχόληση από ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ



Την πικρή πραγματικότητα της χώρας μας χαρτογραφεί η τελευταία ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, στην οποία τονίζεται ότι είναι πολύ πιθανόν ένα τέταρτο ή, αλλιώς, πέμπτο μνημόνιο.

Στην εισήγησή του μάλιστα ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος επισήμανε ότι όλα τα οικονομικά σχήματα από την αρχή της κρίσης είναι μετέωρα στις εκτιμήσεις τους, συμπληρώνοντας πως σήμερα η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σημείο καμπής, αφού η έξοδος της χώρας από το καθεστώς στενής δημοσιονομικής επιτήρησης φαντάζει αμφίβολη.

Την ανησυχία του για την εκτίμηση - πρόβλεψη της κυβέρνησης για προϋπολογισμό στο 1,8% εξέφρασε και ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης, ο οποίος είπε ότι δεν υπάρχουν καν ενδείξεις πως η οικονομία της χώρας μας βρίσκεται σε πορεία διατηρήσιμης δυναμικής.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο η κυβέρνηση πρέπει να βρει έναν δυναμικό μηχανισμό δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας που θα ενεργοποιήσει διατηρήσιμες επεκτατικές τάσεις στον πραγματικό τομέα, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης και θα βελτιώσει τη φερεγγυότητα και τη ρευστότητα του τραπεζικού και του δημόσιου τομέα της οικονομίας.

«Οι επενδύσεις μέρα με τη μέρα βουλιάζουν και τελικά φαίνεται να σταθεροποιούνται κατά 63% χαμηλότερα από αυτό του πρώτου τριμήνου του 2008, κάνοντας εμφανές το τεράστιο επενδυτικό κενό στο οποίο έχει περιέλθει η οικονομία. Για να γίνει αντιληπτό το επενδυτικό σοκ που έχει ανάγκη η χώρα» τονίζει ο Γ. Αργείτης, «υπολογίζεται ότι -με βάση τον μέσο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων του 2016 - ο όγκος των επενδύσεων θα φτάσει στο επίπεδο του πρώτου τριμήνου του 2008 το πρώτο τρίμηνο του 2033. Καθώς οι επενδύσεις βρίσκονται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, μια μικρή αύξηση του όγκου τους καταγράφεται ως σημαντική, επικοινωνιακά, ποσοστιαία αύξηση».

Στον πάγο

Την ίδια ώρα, σύμφωνα πάντα με την έκθεση, η κατανάλωση έχει επίσης πιάσει πάτο, αφού έχει πέσει κατά 24% από τις τιμές του πρώτου τριμήνου του 2008, αλλά το επίπεδό της δεν είναι διατηρήσιμο, αφού δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα ένα ισχυρό σοκ απασχόλησης και εισοδημάτων στην οικονομία. Αντιθέτως τα νέα μέτρα λιτότητας που δεσμεύουν τη χώρα μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος θα συμπιέσουν το διαθέσιμο εισόδημα, εξέλιξη που καθιστά αβέβαιη τη διατηρησιμότητα της μεγέθυνσης.

Από την άλλη πλευρά ο όγκος των εξαγωγών σε πραγματικούς όρους απέχει πολύ από το να καταστεί βασικός αναπτυξιακός μοχλός της οικονομίας. Η αύξηση του όγκου των εξαγωγών δεν μεταφράζεται σε διατηρήσιμο εμπορικό πλεόνασμα λόγω της μεγάλης εξάρτησης της εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές και, επομένως, δεν αντανακλά κάποια ουσιαστική μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο, πιο εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης.

Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής δημοσιονομικής προσαρμογής, σε συνδυασμό με τον αδύναμο παραγωγικό ιστό της οικονομίας που περιορίζει τη δημιουργία διατηρήσιμων εξωτερικών πλεονασμάτων, επισημαίνει η έκθεση, οδηγούν σε συνεχή απώλεια ρευστότητας από τον ιδιωτικό τομέα. Η επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων συνεπάγεται έλλειμμα για τον ιδιωτικό τομέα, το οποίο - με δεδομένες τις παρούσες συνθήκες -επιβαρύνει κυρίως τα νοικοκυριά.

Τραγική η κατάσταση

Η κατάσταση στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με τις περιγραφές της έκθεσης, είναι τραγική αφού το δεύτερο τρίμηνο του 2017 το ποσοστό της ανεργίας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου φτάνει το 28,7%, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάρχει φως στο τούνελ.

Ο βαθμός απασχόλησης του εργατικού δυναμικού παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός (52%), γεγονός που σηματοδοτεί την ύπαρξη ενός σημαντικού τμήματος δυνάμει εργαζομένων οι οποίοι δεν καταγράφονται ως άνεργοι στις επίσημες στατιστικές.

Το δεύτερο τρίμηνο του 2017 το ποσοστό της πραγματικής ανεργίας κυμαινόταν στο 28,7% (30,8% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016). Το μέτρο αυτό συνεκτιμά τα πολύ υψηλά ποσοστά της υποαπασχόλησης, η οποία κατά τη διάρκεια της κρίσης έχει σχεδόν τριπλασιαστεί (από 99.000 εργαζομένους το 2008 σε 267.000 το 2017), και των απογοητευμένων ανέργων, που επίσης υπερτριπλασιάζεται (από 37.000 σε 109.000) την αντίστοιχη περίοδο.

Εξετάζοντας την κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης, παρατηρεί ακόμη ότι κατά την περίοδο της κρίσης χάθηκαν 645.100 θέσεις εργασίας, με τις μεγαλύτερες μειώσεις να εμφανίζονται στους κλάδους της γεωργίας (89.600), της μεταποίησης (122.300), των κατασκευών (179.100) και του εμπορίου (122.100).

Αντίθετα, οι μόνοι κλάδοι οι οποίοι εμφανίζουν (μικρές) αυξήσεις στην απασχόληση είναι της ενέργειας (4.400), της παροχής καταλύματος και εστίασης (68.700), των διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (15.600) και των τεχνών, διασκέδασης και ψυχαγωγίας (6.000).

Σε ότι αφορά την κλαδική κατανομή του μέσου ονομαστικού μισθού μας η έκθεση επισημαίνει ότι:

♦ Πρώτον, όλοι οι κλάδοι εμφανίζουν μειώσεις οι οποίες κατά μέσο όρο φτάνουν στο 18,1%. Συνεπώς, και ως αποτέλεσμα της κρίσης και της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, σημειώθηκε μια οριζόντια μείωση εισοδημάτων που επηρέασε τη συντριπτική πλειονότητα των μισθωτών.

♦ Δεύτερον, οι κλάδοι στους οποίους εμφανίζονται οι μεγαλύτερες μειώσεις είναι της εκπαίδευσης, της διασκέδασης και του τουρισμού. Αντίθετα, οι κλάδοι με τις μικρότερες μειώσεις είναι της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, μεταφοράς και αποθήκευσης, και των ορυχείων.

♦  Τρίτον, οι κλάδοι εντάσεως εργασίας εμφανίζουν μεγάλες μειώσεις στους μισθούς. Ο μέσος μισθός στη μεταποίηση μειώνεται κατά 17,8%, στις κατασκευές κατά 19,8% και στο εμπόριο κατά 19,9%.

Επιπτώσεις

Αναλύοντας τις μεταβολές στην παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας την περίοδο 2009-2016, παρατηρούμε τα εξής:

Ο αγροτικός τομέας αναβαθμίζεται, καθώς η συμβολή του στην παραγωγική διάρθρωση της χώρας αυξάνεται κατά 28,2%.

Η βιομηχανία υποβαθμίζεται κατά 7,9% και το προϊόν της το 2016 αντιστοιχεί πλέον στο 15,8% της συνολικής παραγωγής, απέχοντας σημαντικά από τον στρατηγικό στόχο του 20% που έχει θέσει η Ε.Ε. για τις χώρες - μέλη της έως το 2020. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην υψηλή συρρίκνωση του τομέα των κατασκευών, του οποίου η συμβολή περιορίστηκε από 5% σε 2,4% (μεταβολή 52%). Οι αρνητικές επιπτώσεις στη βιομηχανία από την κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας φαίνεται πως αντισταθμίστηκαν μερικώς από τη βελτίωση της θέσης της μεταποίησης κατά 14,7%, προσεγγίζοντας το 2016 το 10% της συνολικής παραγωγής.

Για τον στόχο του πλεονάσματος που έχει δεσμευτεί να βγάλει η κυβέρνηση το Ινστιτούτο αφήνει να εννοηθεί ότι είναι ανέφικτος, αφού η μείωση του μακροπρόθεσμου στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα λίγο πάνω από το 2% του ΑΕΠ μετά το 2021, αν και μειώνει την ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας που απαιτεί ο στόχος του 3,5%, αφαιρεί τη δυνατότητα διακριτικών επιλογών στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Επιπλέον, σύμφωνα με την εκτίμησή της έκθεσης, για να συμβάλει στην ανάκτηση της φερεγγυότητας της χώρας, προϋποθέτει μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους που θα διασφαλίζουν ετήσιες πληρωμές τόκων χαμηλότερες του 2% του ΑΕΠ. Οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση η οποία οδηγεί σε υψηλότερες δαπάνες για τόκους - ακόμη και αν διατηρεί τις ακαθάριστες δανειακές ανάγκες κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ - δεν είναι βιώσιμη, καθώς συνεπάγεται κεφαλαιοποίηση μέρους των τόκων και αύξηση των μελλοντικών χρηματοδοτικών αναγκών, συντηρώντας υψηλό το πιστωτικό ρίσκο της οικονομίας και τις πιέσεις λιτότητας.

Το υψηλό κόστος της πρόσφατης έκδοσης πενταετούς διάρκειας ομολόγου και οι εκτιμήσεις για υψηλό επιτόκιο δανεισμού στις αγορές είναι ενδεικτικά στοιχεία της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει την προοπτική της ελληνικής οικονομίας στο άμεσο μέλλον. Μια αβεβαιότητα που φαίνεται να μην έχει γίνει αντιληπτή και κατανοητή από την κυβέρνηση και γενικότερα από το πολιτικό σύστημα.

Είναι φανερό, λέει η έκθεση, ότι το πλαίσιο διαχείρισης του χρέους και η πορεία της οικονομίας θα προσδιορίσουν τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της επιτροπείας της.

Το Ινστιτούτο πιστεύει ότι τρία είναι τα σενάρια που μπορεί να ακολουθήσει η κυβέρνηση το προσεχές διάστημα, όταν δηλαδή θα ολοκληρωθεί το τρέχον τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής.

Το πρώτο σενάριο είναι εκείνο της ολοκλήρωσης του τρίτου προγράμματος και της «καθαρής» και αυτοδύναμης επανόδου της χώρας στις ιδιωτικές αγορές για αναχρηματοδότηση των δανειακών της αναγκών. Η πιθανότητα αυτού του σεναρίου προσδιορίζεται από την προοπτική διατηρήσιμης και ισχυρής μεγέθυνσης μεσομακροπρόθεσμα, την επιτυχή και πλήρη υλοποίηση του συνόλου των εκκρεμοτήτων του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και τη γενναία αναδιάρθρωση του χρέους, που θα αποκαταστήσει τις προοπτικές βιωσιμότητάς του.

Πόσο πιθανή όμως είναι μια τέτοια γενναία αναδιάρθρωση του χρέους, η οποία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις προθέσεις των δανειστών και κυρίως από τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία;

Επίσης, το σενάριο αυτό συνεπάγεται και υψηλότερο κόστος δανεισμού και συνεπώς υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης της νέας δομής χρέους που θα δημιουργηθεί. Η άποψη του ΙΝΕ είναι ότι η ρητορική του «τέλους των μνημονίων και της επιτροπείας» που συνοδεύει το σενάριο της «καθαρής

εξόδου στις αγορές» δεν έχει θεμέλια πραγματισμού.

Το σενάριο αυτό απαιτεί την προσαρμογή της οικονομικής πολιτικής της χώρας στην πειθαρχία των αγορών. Μπορεί δηλαδή να μην υπάρχει μνημόνιο με τη μορφή που το γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, αλλά το μείγμα της δημοσιονομικής, της μακροοικονομικής και της διαρθρωτικής πολιτικής των μνημονίων θα παραμείνει αμετάβλητο. Τέλος, όσον αφορά την επιτροπεία της χώρας, το σενάριο αυτό δημιουργεί για τις επόμενες δεκαετίες ένα μείγμα επιτροπείας από τις αγορές και, όπως θα σημειώσουμε παρακάτω, από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Το δεύτερο σενάριο είναι εκείνο της υπαγωγής της Ελλάδας σε πρόγραμμα προληπτικής γραμμής πίστωσης από τον ESM, με ή χωρίς ενισχυμένους όρους. Η προοπτική αυτή ναι μεν διασφαλίζει χρηματοδοτικά τη χώρα, συντηρεί όμως, ανάλογα και με τη μορφή που θα πάρει, το ενδεχόμενο δέσμευσής της στην υλοποίηση προγράμματος προσαρμογής.

Δηλαδή το σενάριο αυτό συνεπάγεται ένα καθεστώς ιδιότυπης μνημονιακής επιτροπείας, καθώς η υπαγωγή σε προληπτική πιστωτική γραμμή προϋποθέτει τη σύναψη μνημονίου κατανόησης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τακτικές αποστολές αξιολόγησης της συμμόρφωσης της χώρας στους όρους του μνημονίου.

Το τρίτο σενάριο είναι η μετάβαση της χώρας σε νέο μνημόνιο. Η εξέλιξη αυτή καθιστά αυτομάτως το σύστημα δημοσιονομικής και μακροοικονομικής διαχείρισης της χώρας, όπως και τη χρηματοδότηση της οικονομίας, πλήρως εξαρτημένα από τους όρους των εταίρων - πιστωτών. Είναι αυτονόητο ότι πολιτικά και ιδεολογικά το σενάριο αυτό θα ήθελαν όλοι να το αποφύγουν, καθώς θα συνιστούσε ομολογία πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής αποτυχίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Το τι θα συμβεί τελικά θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την έκταση της παραμετροποίησης των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, τις εξελίξεις ειδικά στον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας και τις θεσμικές διεργασίες σε επίπεδο Ευρωζώνης μετά τις γερμανικές εκλογές.

Με βάση όμως την υπάρχουσα θεσμική πραγματικότητα, και ανεξάρτητα από το μελλοντικό χρηματοδοτικό σχήμα της οικονομίας, το σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα θα παραμείνει θεσμικά εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς επιτήρησης για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη «δέσμη δύο μέτρων», που αποτελεί συστατικό βραχίονα της νέας οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε., η ολοκλήρωση ενός προγράμματος προσαρμογής οδηγεί αυτόματα στην υπαγωγή σε καθεστώς «μετα-προγραμματικής εποπτείας» (post-programme surveillance), έως ότου αποπληρωθεί το 75% των κεφαλαίων της χρηματοδοτικής στήριξης.

ΠΗΓΗ:

ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA, topontiki.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου