ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Αυτή είναι η δύναμη του Τύπου!



Αυτή είναι η δύναμη του Τύπου!


Πρώτη φορά το Χάρβαρντ ποσοτικοποίησε την επιρροή των ΜΜΕ στο ευρύ κοινό

Από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε, γίνεται λόγος για τη «δύναμη του Τύπου». Διαχρονικά οι απανταχού κυβερνήσεις επιθυμούν διακαώς είτε να τον επηρεάζουν είτε να τον ελέγχουν.

Ο Μάλκολμ Χ είχε περιγράψει τα media ως την «ισχυρότερη οντότητα στη Γη, επειδή ελέγχουν το μυαλό των μαζών». Κάποιοι δημοσιογράφοι μπορεί να βρίσκουν τέτοιες θέσεις κολακευτικές, όμως όσοι μελετούν τη λειτουργία του Τύπου στις κοινωνίες συμφωνούν μεν ότι οι εφημερίδες πράγματι έχουν μια κάποια επιρροή στους αναγνώστες τους, όμως μέχρι στιγμής έχει σταθεί τρομερά δύσκολη υπόθεση το να μετρηθεί με ακρίβεια αυτή η επιρροή.

Το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ολοκλήρωσε πρόσφατα μια έρευνα που δείχνει ότι η δύναμη του Τύπου είναι πραγματική. Η έρευνα παρουσιάστηκε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα στο «Science», το ακαδημαϊκό περιοδικό που θεωρείται ένα από τα υψηλότερου κύρους έντυπα στον κόσμο.
Πρόκειται για ένα εκτενές πρότζεκτ που μέτρησε με λεπτομέρεια την επιρροή άρθρων από 35 διαφορετικά ειδησεογραφικά Μέσα στο αμερικανικό κοινό μέσω του περιεχομένου των δημοσιεύσεων των αναγνωστών στο Twitter.

Η έρευνα του Χάρβαρντ διαπίστωσε ότι ακόμα και άρθρα από ΜΜΕ που θεωρούνταν μικρής δυναμικής, σε σύγκριση π.χ. με τους «New York Times» ή την «Washington Post», αύξησαν τη συζήτηση στο Twitter για τα θέματα στα εν λόγω άρθρα κατά 60%. Το ακόμη σημαντικότερο ήταν ότι τα δημοσιοποιημένα άρθρα μετατόπιζαν τη φύση των αρχικών απόψεων που εκφραζόντουσαν στα tweets του κόσμου προς την άποψη που εξέφραζαν οι αρθρογράφοι.

Ένα... ιατρικό πείραμα
Πολλοί ειδικοί έχουν κατά καιρούς προσπαθήσει να εξετάσουν το θέμα της επιρροής των media. Αν πράγματι υπάρχει και, αν ναι, ποια και πόση ακριβώς είναι. Το έχουν κάνει με διάφορες μεθοδολογίες, όπως για παράδειγμα με έρευνες που συνέκριναν τις περιοχές που διέθεταν ραδιοφωνικό σήμα με τα μέρη που δεν είχαν.

Όλες αυτές οι μελέτες, όμως, σκόνταφταν σε ένα κοινό πρόβλημα. Δεν μπορούσαν κατηγορηματικά και με ακρίβεια να ξεχωρίσουν ποιες επιπτώσεις οφείλονταν όντως στην έκθεση στα media και ποιες προέρχονταν από άλλες πηγές επηρεασμού ανάμεσα στις δύο ομάδες που μελετούσαν, π.χ. σε δείγμα από περιοχές όσων είχαν κι όσων δεν είχαν ραδιοφωνικό σήμα.

Πρώτη φορά οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ επιχείρησαν να ξεπεράσουν αυτό το σοβαρό πρακτικό, όσο και ουσιαστικό, πρόβλημα δανειζόμενοι ένα «εργαλείο» που χρησιμοποιείται στην ιατρική έρευνα. Στην ιατρική οι όποιες αμφισημίες σε μια μελέτη αντιμετωπίζονται με τη λεγόμενη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή.

Αυτό είναι ένα είδος πειράματος, όπου οι ασθενείς - υποκείμενα που χρησιμοποιούνται για να τεσταριστεί η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου χωρίζονται σε δυο ομάδες:
 Στη μία δίνεται το φάρμακο το οποίο ερευνάται.
 Στην άλλη, που χρησιμοποιείται ως η ομάδα «ελέγχου», δίνεται ένα σκεύασμα χωρίς καμιά θεραπευτική ή άλλη δράση, το λεγόμενο placebo. Οι ασθενείς της δεύτερης ομάδας, βέβαια, δεν το γνωρίζουν. Νομίζουν ότι τους χορηγείται κανονικά το φάρμακο.

Το Χάρβαρντ εφάρμοσε αυτήν ακριβώς την προσέγγιση στην προσπάθεια να καθορίσει τα αποτελέσματα που έχει σε κάποιον το να διαβάζει τις ειδήσεις.
Το πρώτο βήμα ήταν να καταφέρουν να πείσουν τον Τύπο να συμμετάσχει. Η διαδικασία θα έπρεπε να περιλαμβάνει και έναν συντονισμό για τις ημερομηνίες κατά τις οποίες θα δημοσιοποιούνταν συγκεκριμένα άρθρα - ειδήσεις. Η... επιχείρηση πειθούς του Χάρβαρντ στα ΜΜΕ κράτησε τρία χρόνια. Τελικώς 33 ειδησεογραφικά μέσα συμφώνησαν να συμμετάσχουν.

Τα Μέσα ανήκαν σε όλο το φάσμα των κατηγοριών, από μεγάλα και έγκυρα ιστορικά έντυπα μέχρι upstart Μέσα που είχαν μόνο ιντερνετική παρουσία (π.χ. Huffington Post), αλλά και Μέσα που απευθύνονταν σε «ειδικό» κοινό.
Πώς ακριβώς εξελίχθηκε το «πείραμα»; Σε 35 ημερομηνίες μεταξύ Οκτωβρίου 2014 - Μαρτίου 2016, δύο έως πέντε από αυτά τα Μέσα κάθε φορά έγραφαν άρθρα, ταυτόχρονα, σε κάποιο από τα 11 προαποφασισμένα θέματα ευρέως κοινωνικού ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα σχετικά με την εργασία ή τη μετανάστευση κ.ά. Στα θέματα δεν περιλαμβάνονταν έκτακτες ειδήσεις. Το κάθε σετ άρθρων δημοσιευόταν σε τάιμινγκ που προέκυπτε τυχαία, από το... στρίψιμο νομίσματος των ερευνητών, ώστε να αποκλειστεί οποιαδήποτε συνειδητή επιλογή χρονικής περιόδου.

Η εβδομάδα που στην αρχή της δημοσιοποιούνταν τα άρθρα θεωρούνταν από τους ερευνητές η εβδομάδα «χορήγησης της θεραπείας». Δηλαδή, σε αντιστοιχία με την ιατρική μεθοδολογία, η ομάδα που θα λάμβανε το φάρμακο. Την επόμενη εβδομάδα δεν «έριχναν» κάποιο συμφωνημένο άρθρο και θεωρούνταν η εβδομάδα «ελέγχου». Δηλαδή η δεύτερη ομάδα που λάμβανε το σκεύασμα placebo.

Ισχυρή επιρροή
Κάθε φορά που έκαναν αυτή τη διαδικασία, οι ερευνητές ανέλυαν ενδελεχώς τις συζητήσεις στο Twitter που λάμβαναν χώρα τις δυο συγκεκριμένες συνεχόμενες εβδομάδες. Αυτό γινόταν με τη βοήθεια της Crimson Hexagon, μιας εταιρείας που χρησιμοποιεί εξειδικευμένες τεχνικές για να ταξινομεί τα θέματα, τις απόψεις και τις συναισθηματικές τάσεις που εκφράζονται στα tweets.

Το Χάρβαρντ είχε ήδη προσυμφωνήσει με τα Μέσα που πήραν μέρος να μην αποκαλύψει ποιες ακριβώς ειδήσεις - άρθρα ήταν κομμάτι της έρευνας. Δηλαδή δεν αποκαλύπτεται στη μελέτη ποια ακριβώς ήταν τα – ας πούμε – κατασκευασμένα και σκηνοθετημένα άρθρα πάνω στα οποία μελετήθηκε η αντίδραση του κόσμου στο Twitter.

Αυτό που ανακάλυψαν ήταν ότι στις έξι ημέρες που ακολουθούσαν κάθε συγχρονισμένη δημοσίευση ειδήσεων υπήρχαν ξαφνικά 13.000 περισσότερα posts πάνω στο θέμα που πραγματευόντουσαν τα «πειραματικά» δημοσιεύματα σε σχέση με αυτά που υπήρχαν τη λεγόμενη «εβδομάδα ελέγχου» (δηλαδή τη δεύτερη εβδομάδα, όταν δεν έριχναν πειραματικά άρθρα).

Αυτοί οι αριθμοί, ωστόσο, αντιπροσωπεύουν μια μάλλον σχετικά μικρή αύξηση, της τάξης του 10%, στον τυπικό εβδομαδιαίο όγκο από posts που συνήθως υπάρχουν για τέτοιου είδους θέματα. Αν το συγκρίνει κανείς με τη φρενίτιδα που προκαλούν στο Twitter διάφορα λαμπερά γεγονότα ή πολύ δημοφιλή τηλεοπτικά προγράμματα, είναι μικρό. Ενδεικτικά τα Όσκαρ μπορούν να «γεννήσουν» πάνω από 10 εκατ. tweets. Το κάθε νέο επεισόδιο της σειράς «Walking Dead» συνήθως προκαλεί πάνω από 500.000 tweets.
Όμως τα αποτελέσματα στο Twitter από τα άρθρα της έρευνας ήταν σταθερά. Η κουβέντα διατηρούνταν και δεν έσβηνε γρήγορα. Επιπλέον ο «θόρυβος» που ξεσηκωνόταν στο Twitter από άρθρα που προέρχονταν από τα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά brands ήταν πολλαπλάσιος.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα δεν είναι αυτό που αφορά απλώς μια αύξηση στον όγκο των tweets. Ήταν, κυρίως, η αύξηση των tweets (κατά περίπου 2%) με γνώμες που έκλιναν προς την ίδια ιδεολογική κατεύθυνση που είχαν τα άρθρα. Να σημειωθεί ότι εσκεμμένα τα 35 πειράματα κάλυπταν ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα.

Το γεγονός ότι τα άρθρα του πειράματος κατάφερναν κάθε φορά να «μετακινούν» την κοινή γνώμη κατά 2% ήταν το σπουδαιότερο εύρημα της έρευνας του Χάρβαρντ. Τέτοια μετακίνηση θεωρείται πολύ μεγάλης κλίμακας. Για παράδειγμα τα κορυφαία πολιτικά debates (όπως τα προεδρικά) πολύ σπάνια καταφέρνουν να μετακινήσουν τη βελόνα σε τέτοιο βαθμό.

Μια περίπλοκη σχέση
Η μόνη «αδυναμία» της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι οι χρήστες του Twitter δεν αποτελούν ένα απολύτως αντιπροσωπευτικό δείγμα του γενικού κοινού, ακριβώς επειδή δεν είναι όλοι οι άνθρωποι χρήστες στο συγκεκριμένο social media. Στην Αμερική τα τρία τέταρτα του κόσμου δεν χρησιμοποιούν Twitter.

Οι ερευνητές, πάντως, βρήκαν ότι σε όλη τη διάρκεια των «πειραμάτων» τους οι επιπτώσεις ήταν παρόμοιες ανάμεσα στους χρήστες διαφορετικού φύλου, διαφορετικών πολιτικών απόψεων και διαφορετικών τόπων κατοικίας. Επίσης παρόμοιες ήταν και οι επιπτώσεις που κατεγράφησαν ανάμεσα στους χρήστες που είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή και σε αυτούς με τη μικρότερη. Η επιρροή του κάθε χρήστη υπολογίστηκε με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα το πόσες φορές αναπαράγεται το κάθε ποστάρισμα από άλλους χρήστες.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η έρευνα πραγματοποιήθηκε με έναν τρόπο που έχει λάβει υπόψη την ποικιλομορφία και τη διαφορετικότητα του Twitter κι ότι τα ευρήματα στέκουν αντικειμενικά. Για τους δημοσιογράφους, πάντως, αυτό είναι καλό νέο. Η δύναμη του Τύπου φαίνεται πως όντως είναι αληθινή!

Η έρευνα αυτή του Χάρβαρντ χρησιμοποίησε το Twitter για να ποσοτικοποιήσει τη δύναμη του Τύπου, αλλά στην πραγματικότητα η σχέση του Τύπου με τα social media είναι περίπλοκη. Οι εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά σάιτ γνωρίζουν πολύ καλά όλα τα προβλήματα που τους δημιουργούν τα social media, αλλά δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συνεργάζονται μαζί τους. Το Facebook, με τους 2 δισ. χρήστες, και το Google, που προωθεί 10 δισ. κλικ τον μήνα στα σάιτ των εφημερίδων, είναι εκεί όπου βρίσκονται οι αναγνώστες τους. Είναι προφανές το ποιος έχει τη δύναμη!
Η δουλειά των Facebook, Google και YouTube είναι ουσιαστικά να καταλαμβάνουν την προσοχή και τον χρόνο των χρηστών τους μέσα από δωρεάν περιεχόμενο και υπηρεσίες για να τους πουλάνε διαφημίσεις. Για τα social media η ποιοτική δημοσιογραφία είναι ένα ακόμα «προϊόν» για να ψαρέψουν χρήστες. Η αξία που έχει αυτή καθαυτή τούς είναι αδιάφορη.

Το Facebook μπορεί να προωθεί την υπηρεσία News Feed ως το σημαντικότερο προϊόν του (υποτίθεται μια λίστα με ειδησεογραφικά updates στη σελίδα του χρήστη), αλλά τα τελευταία χρόνια λειτουργεί την υπηρεσία με τρόπο που υποβαθμίζει, επιλεκτικά, πραγματικές ειδήσεις. Αντ’ αυτών προωθεί updates από «φίλους» αντί ενημερώσεις από τον ειδησεογραφικό Τύπο. Εκτός των διαφόρων προβλημάτων που προκαλεί αυτή η τακτική, «εξαφανίζεται» ουσιαστικά ή υποβαθμίζεται η πηγή της είδησης. Ο περισσότερος κόσμος απλώς λέει για κάτι ότι «το διάβασα στο Facebook».

Παίρνεις ό,τι πληρώνεις
Το τελευταίο διάστημα οι εφημερίδες (τόσο στην έντυπη όσο και στην ιντερνετική μορφή τους) πιέζουν Facebook και Google για τρία πράγματα:
 Να είναι εμφανέστερα η πηγή και το λογότυπο του ειδησεογραφικού Μέσου του οποίου τη δημοσιογραφική δουλειά οι δυο πλατφόρμες προσφέρουν στους χρήστες τους δωρεάν.
 Μεγαλύτερο μερίδιο από τα διαφημιστικά έσοδα.
 Τα δημοφιλέστερα social media να μοιράζονται με τα ειδησεογραφικά σάιτ τα data των αναγνωστών τους.

Σήμερα τα μεγαλύτερης εγκυρότητας έντυπα παγκοσμίως προσπαθούν να αλλάξουν τη νοοτροπία ότι όλο το περιεχόμενο στο Ίντερνετ θα πρέπει να είναι δωρεάν. Αν αυτό συνεχιστεί, η έγκυρη δημοσιογραφία απλώς δεν θα μπορεί πια να επιβιώσει και μοιραία θα πάψει να υπάρχει. Όπως όλο και περισσότερα Μέσα αρχίζουν να τονίζουν στα logo των ιστοσελίδων τους, «η αλήθεια κοστίζει».

Στις αρχές της χρονιάς η «Wall Street Journal» αποφάσισε να προχωρήσει με τη στρατηγική τού «πρώτο κλικ δωρεάν», που σημαίνει ότι επιτρέπει μόνο μια δωρεάν ανάγνωση του περιεχομένου της στον αναγνώστη. Όποιος επιθυμεί να συνεχίσει, στο δεύτερο κλικ θα χτυπήσει στο λεγόμενο «pay wall» και θα πρέπει να πληρώσει συνδρομή στο έντυπο για να έχει πρόσβαση στα άρθρα.

Η «Wall Street Journal» είδε αμέσως να χάνεται το 50% της επισκεψιμότητας στο σάιτ της μέσω Google. Παράλληλα, όμως, οι αιτήσεις για συνδρομές από αναγνώστες που έμπαιναν στο σάιτ της και «χτυπούσαν» πάνω στο pay wall τετραπλασιάστηκαν! Προφανώς, με τη λογική πως «παίρνεις ό,τι πληρώνεις», η εγκυρότητα πράγματι δεν μοιράζεται δωρεάν. Και αυτό αρχίζει πλέον να γίνεται και κατανοητό αλλά και αποδεκτό από τους αναγνώστες σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό...

ΠΗΓΗ:  ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1996 στις 23-11-2017

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου