ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Νομοσχέδιο Υπουργείου Παιδείας: Συγκεντρωτισμός και επαναφορά της αξιολόγησης


Νομοσχέδιο Υπουργείου Παιδείας: Συγκεντρωτισμός και επαναφορά της αξιολόγησης

Της Γιούλας Γκεσούλη

Αναδιοργάνωση των Δομών Υποστήριξης της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις

Σε διαβούλευση δόθηκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας υπό τον παραπλανητικό τίτλο «Αναδιοργάνωση των Δομών Υποστήριξης της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις». Το νομοσχέδιο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ανασυγκροτείται η διοικητική δομή της εκπαίδευσης, περιγράφονται οι «Δομές Υποστήριξης του Εκπαιδευτικού Εργου» και καθορίζονται οι διατάξεις που ορίζουν τον τρόπο επιλογής και αξιολόγησης των στελεχών της εκπαίδευσης και στο δεύτερο μέρος καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο   πραγματοποιείται ο «Συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση» του εκπαιδευτικού έργου και αναβαθμίζεται η Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε. (Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση).

Η ανασυγκρότηση της διοικητικής δομής, που γίνεται με μπόλικα «βαφτίσια», καταργήσεις και συγκεντρωτισμό υπηρεσιών,  υπηρετεί διπλό στόχο: Από τη μια να διασφαλιστεί ο αυστηρός έλεγχος της εκπαίδευσης από το υπουργείο Παιδείας και από την άλλη να μειωθούν δραστικά οι δαπάνες, γιατί αυτό επιβάλλει η σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία των Μνημονίων.

Η αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης μας δίνει μια πρώτη γεύση για τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησης που θα εφαρμοστούν και στην αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και των εκπαιδευτικών, που θα ακολουθήσει σε δεύτερο χρόνο, όπως ορίζουν το Μνημόνιο-3 και ο ΟΟΣΑ.

Η επαναφορά της κακόφημης αξιολόγησης επιχειρείται υπό τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση» του εκπαιδευτικού έργου. Βήμα, βήμα προχωρούν οι συριζαίοι και ως κοινοί απατεώνες προσπαθούν να κρύψουν τις αληθινές προθέσεις τους, που είναι και προθέσεις όλου του αστικού συστήματος, να υποταχτούν τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί τους, χωρίς όρους και αντιστάσεις στην αντιεκπαιδευτική πολιτική.

Εχοντας κατά νου το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν αντιπαλέψει και ακυρώσει στην πράξη όλες τις απόπειρες επαναφοράς της αξιολόγησης από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, οι συριζαίοι επιλέγουν να κάνουν προσεκτικότερα βήματα, επιδιώκοντας καταρχάς να αποδεχθούν οι εκπαιδευτικοί την ιδέα της αξιολόγησης. Εκεί αποσκοπούν οι συνεχείς αναφορές του Γαβρόγλου, ότι η αξιολόγηση έχει κακοπάθει ως όρος, λόγω του τρόπου που εφαρμόστηκε στο παρελθόν και ότι τώρα τάχα δεν θα έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, η επιλογή του απατηλού τίτλου «Συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση» για να περιγραφεί η διαδικασία αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας, η συμμετοχή του συλλόγου διδασκόντων σε αυτήν και η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στην αξιολόγηση του διευθυντή του σχολείου με ανώνυμα ερωτηματολόγια.

Οταν πλέον εμπεδωθεί το «κλίμα αξιολόγησης», θα προχωρήσει η κυβέρνηση, οποιαδήποτε κυβέρνηση, στο επόμενο στάδιο, που αποτελεί και το διά ταύτα της όλης διαδικασίας. Εξ ου και η αναβάθμιση της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.
Συγκεντρωτισμός-Ελεγχος
Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης (αποκεντρωμένη μορφή της κεντρικής υπηρεσίας του υπουργείου Παιδείας) υπάγονται στον Διοικητικό Γραμματέα του υπουργείου Παιδείας, ενώ οι λοιπές υπηρεσίες υπάγονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.

♦ Ιδρύονται τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕΚΕΣ) στις οικείες Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.

Σε αυτά ανατίθεται η οργάνωση του εκπαιδευτικού σχεδιασμού και ο έλεγχος της εφαρμογής του από τις σχολικές μονάδες (παρακολούθηση, συντονισμός, στήριξη), η οργάνωση της επιμόρφωσης, καθώς και η «υποστήριξη του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου» σε περιφερειακό επίπεδο.

Στο πλαίσιο του «συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου» «μελετούν συστηματικά τις εκθέσεις συλλογικού προγραμματισμού και ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων και Ε.Κ. της περιοχής ευθύνης τους, με σκοπό την αποδελτίωση των αιτημάτων και των αναγκών των εκπαιδευτικών για επιμόρφωση και υποστήριξη, και προβαίνουν στον κατάλληλο σχεδιασμό και συλλογικό προγραμματισμό του έργου  τους».

Στα ΠΕΚΕΣ υπάγονται τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΣΥ), τα Κέντρα Εκπαίδευσης για την Αειφορία (ΚΕΑ), τα Εργαστηριακά Κέντρα Φυσικών Επιστημών (ΕΚΦΕ) και τα Εργαστηριακά Κέντρα (ΕΚ).

Τα ΠΕΚΕΣ «υποστηρίζονται στο έργο τους από το ΙΕΠ και τη Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων που είναι αρμόδια για θέματα σπουδών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου και υποβάλλουν τον ετήσιο συλλογικό προγραμματισμό και την ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου τους», δηλαδή λογοδοτούν στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και το υπουργείο Παιδείας για τον τρόπο οργάνωσης και υλοποίησης της κεντρικά σχεδιασμένης εκπαιδευτικής πολιτικής και την υλοποίηση της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου.

Τα ΠΕΚΕΣ στελεχώνονται από τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Εργου (νέα ονομασία των Σχολικών Συμβούλων) και προϊστάμενοί τους είναι οι Οργανωτικοί Συντονιστές, ο οποίοι επιλέγεται με τον αναπληρωτή τους μεταξύ των Συντονιστών Εκπαιδευτικού Εργου.

Σε κάθε Συντονιστή Εκπαιδευτικού Εργου ανατίθεται η επιστημονική και παιδαγωγική ευθύνη μίας ενότητας σχολικών μονάδων και Εργαστηριακών Κέντρων.

♦ Στην περιοχή ευθύνης κάθε Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ιδρύονται Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΣΥ), τα οποία υπάγονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης . Σε αυτά συγχωνεύονται όλες οι υφιστάμενες δομές «υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου» (ΚΕΔΔΥ, Συμβουλευτικός Σταθμός Νέων, ΚΕΣΥΠ, ΕΚΦΕ).

Αποστολή των ΚΕΣΥ είναι η υποστήριξη των σχολικών μονάδων και ΕΚ της περιοχής ευθύνης τους «για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στην εκπαίδευση και την προάσπιση της αρμονικής ψυχοκοινωνικής τους ανάπτυξης και προόδου».

♦ Τα Κέντρα Εκπαίδευσης για την Αειφορία (ΚΕΑ) είναι η μετονομασία των υφιστάμενων Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης  (ΚΠΕ). Στα Κέντρα αυτά υπάγονται πλέον όλες οι αρμοδιότητες των Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων για τα Προγράμματα Αγωγής Υγείας και Πολιτισμού των Διευθύνσεων Εκπαίδευσης.

Εργο τους είναι μεταξύ των άλλων και η «διασύνδεση της εκπαιδευτικής κοινότητας και της  τοπικής κοινωνίας, για τη διασφάλιση της αειφορικής διαχείρισης του περιβάλλοντος και την ανάδειξη βιώσιμων λύσεων στα τοπικά ζητήματα». Κοντολογίς, μέσω των «καινοτόμων προγραμμάτων» των ΚΕΑ, θα έχουμε εισδοχή της «τοπικής κοινωνίας», των ΜΚΟ, των λογής-λογής επιχειρήσεων στο δημόσιο σχολείο.

♦ Καταργούνται τα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα (ΠΕΚ), τα Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης, Διάγνωσης και Υποστήριξης Ειδικών Εκπαιδευτικών Αναγκών (ΚΕΔΔΥ), τα Περιφερειακά Κέντρα Στήριξης Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕΚΕΣΕΣ), οι Συμβουλευτικοί Σταθμοί Νέων (ΣΣΝ), τα Κέντρα Συμβουλευτικής – Προσανατολισμού (ΚΕΣΥΠ) και τα Γραφεία Σχολικού  Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΓΡΑΣΕΠ), τα Κέντρα Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών (ΚΕΠΛΗΝΕΤ), οι Αθλητικές Ακαδημίες, τα Τμήματα Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι γραμματείες των σχολικών συμβούλων, τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης (ΚΠΕ).

♦ Με στόχο την επίφαση δημοκρατικότητας, αλλά και τον ασφυκτικότερο έλεγχο των στελεχών εκπαίδευσης καθιερώνεται τριετής θητεία και δεν επιτρέπεται η επιλογή για τρίτη συναπτή θητεία σε όμοια θέση στελέχους της εκπαίδευσης.

♦ Κάθε στέλεχος εκπαίδευσης αξιολογείται από τον αμέσως προηγούμενο προϊστάμενό του.

Οι Διευθυντές ή Προϊστάμενοι των σχολικών μονάδων αξιολογούνται  από τον Συντονιστή Εκπαιδευτικού Εργου και τον  Διευθυντή Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.  Γεύση των κριτηρίων αξιολόγησης που θα ισχύσουν και για τον εκπαιδευτικό και τη σχολική μονάδα, μας δίνουν τα κριτήρια αξιολόγησης των στελεχών εκπαίδευσης. Τα κριτήρια αυτά κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

α) υπηρεσιακές σχέσεις και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού,

β) γνώση και εφαρμογή αρχών εκπαιδευτικής διοίκησης και παιδαγωγικής καθοδήγησης και

γ)  αποτελεσματικότητα και ποιότητα στην άσκηση καθηκόντων.

Η κατάταξή τους γίνεται ανάλογα με την κλίμακα βαθμολογίας: πολύ επαρκή (στελέχη, τα οποία μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις της υπηρεσίας τους και να αντιμετωπίσουν κάθε υπηρεσιακό ζήτημα) (η έμφαση δική μας), επαρκή, μερικώς επαρκή, μέτρια, ανεπαρκή στελέχη, ακατάλληλα για τη θέση στελέχη.

Επίφαση δημοκρατικότητας επιχειρείται  να δοθεί και από το γεγονός ότι στην αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης «λαμβάνεται υπόψη και η αξιολόγηση του μόνιμου προσωπικού που υπάγεται στα στελέχη αυτά».

Η ρύθμιση αυτή, όσον αφορά στην αξιολόγηση των διευθυντών και υποδιευθυντών των σχολείων (οι εκπαιδευτικοί των σχολείων τους, τους αξιολογούν συμπληρώνοντας ανώνυμα ερωτηματολόγια), παίζει και έναν επιπλέον ρόλο: να εκμαιεύσει από τους εκπαιδευτικούς την αποδοχή της διαδικασίας της αξιολόγησης, μέσω της αυταπάτης που δημιουργεί σε αυτούς, ότι τάχα έχουν λόγο στον ορισμό της διοίκησης και κατ’ επέκταση στο περιεχόμενο και τον τρόπο επιβολής της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Αξιολόγηση εκπαιδευτικού έργου
Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και κατ’ επέκταση η αξιολόγηση-κατηγοριοποίηση της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού εισάγεται, όπως προείπαμε, υπό τον παραπλανητικό τίτλο «Συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση» του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων.

Οι αναφορές στο σχέδιο νόμου ότι «ο συλλογικός προγραμματισμός και η ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων είναι μια συνεχής δυναμική, συμμετοχική διαδικασία εντοπισμού, ανάλυσης και αντιμετώπισης των προβλημάτων και των αναγκών του σχολείου, που στηρίζεται σε εσωτερικά κίνητρα βελτίωσης της εκπαιδευτικής λειτουργίας», ταυτίζονται με τις απατηλές διακηρύξεις Γαβρόγλου ότι η αξιολόγηση δεν θα είναι τιμωρητική.

Πλην, όμως, δεν είναι σίγουρο ότι οι εκπαιδευτικοί θα «τσιμπήσουν». Υπάρχει το προηγούμενο της μαζικής άρνησής τους να προσέλθουν στις «ειδικές συνεδριάσεις», για την «έκφραση γνώμης» για τους υποψήφιους διευθυντές, με την κάλυψη που τους είχε προσφέρει η σχετική απόφαση της ΑΔΕΔΥ, της ΔΟΕ και των ΕΛΜΕ για απεργία-αποχή από τις συνεδριάσεις αυτές.

Οι εκπαιδευτικοί, έχοντας την εμπειρία της προηγούμενης απόπειρας επιβολής της αξιολόγησης από τους Σαμαροβενιζέλους και τους Αρβανιτόπουλο-Λοβέρδο, με τη γνώση των συνεπειών της επαναφοράς, ουσιαστικά, του επιθεωρητισμού, με την εμπειρία της διάψευσης όλων των προεκλογικών υποσχέσεων των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (σε όλα τα επίπεδα και στον τομέα της εκπαίδευσης, όπου οι απατεώνες διεκήρυτταν ότι θα καταργούσαν όλο το νομοθετικό πλαίσιο της αξιολόγησης) και με το ζυγό των Μνημονίων να τους έχει γίνει αβάσταχτος, δε δείχνουν εμπιστοσύνη στις ψεύτικες υποσχέσεις του Γαβρόγλου.

Και υπάρχει βεβαίως και η πρόβλεψη στο Μνημόνιο-3 ότι η αξιολόγηση «των εκπαιδευτικών και των σχολικών µονάδων θα συνάδει µε το γενικό σύστηµα αξιολόγησης της δηµόσιας διοίκησης».

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχει όλα τα χαρακτηριστικά της αξιολόγησης του Αρβανιτόπουλου: Προγραμματισμό στην αρχή της σχολικής χρονιάς με αποσαφήνιση και διατύπωση «στόχων» και «επιλογή στοχευμένων δράσεων», με τη δυνητική συμμετοχή στελεχών του ΠΕΚΕΣ, του ΚΕΣΥ ή του ΚΕΑ, μελών ΔΕΠ ή και άλλων εποπτευόμενων από το υπουργείο Παιδείας φορέων, κατάρτιση «σχεδίων δράσης», εμπλουτισμό του αρχικού προγραμματισμού και των σχεδίων δράσης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, κριτική αποτίμηση του παραγόμενου εκπαιδευτικού έργου στο τέλος της χρονιάς.

Για να μην υπάρξουν «παρασπονδίες» θα εκδοθεί Υπουργική Απόφαση, ύστερα από εισήγηση του ΙΕΠ, με την οποία θα καθορίζονται «οι θεματικοί άξονες», καθώς και «ο τύπος των σχετικών εκθέσεων».

Οι αρχικές φήμες ότι ο προγραμματισμός και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου θα ήταν αποκλειστική εσωτερική υπόθεση της σχολικής μονάδας, έγιναν καπνός. Στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι «Οι εκθέσεις συλλογικού προγραμματισμού και ανατροφοδοτικής αποτίμησης κάθε σχολικής μονάδας, υποβάλλονται στο οικείο ΠΕΚΕΣ».

Τη συνέχεια αναλαμβάνουν οι Συντονιστές Εκπαιδευτικού Εργου, που «μελετούν τις ανωτέρω εκθέσεις των σχολικών μονάδων», «διατυπώνουν, εφόσον κρίνουν απαραίτητο, παρατηρήσεις» και «εισηγούνται πιθανές βελτιώσεις».

Το ΠΕΚΕΣ, «αφού λάβει υπόψη τις εκθέσεις αποτίμησης των σχολικών μονάδων, συντάσσει συνολική συμπερασματική έκθεση για τη διαδικασία του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων της οικείας Περιφέρειας, την οποία υποβάλλει στο ΙΕΠ».

Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι πρόκειται για μια γραφειοκρατική διαδικασία με απίστευτη «χαρτούρα», που υποτίθεται ότι θα μελετούν οι Συντονιστές Εκπαιδευτικού Εργου, το ΠΕΚΕΣ και το ΙΕΠ. Τίποτε από όλα αυτά που περιγράφονται με ιεραρχική δομή δεν πρόκειται να γίνει επί της ουσίας. Ο στόχος είναι το πέρασμα της αξιολόγησης, η καλλιέργεια «κουλτούρας αξιολόγησης» στους εκπαιδευτικούς, ώστε να ακολουθήσουν τα επόμενα βήματα σε επίπεδο νομοθεσίας.

Και με το νομοσχέδιο γίνεται φανερό ότι η εκπαιδευτική πολιτική καθορίζεται κεντρικά από το υπουργείο Παιδείας, αφού το σχολείο στον καπιταλισμό αποτελεί βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας και των εκμεταλλευτικών σχέσεων στην παραγωγή.

Η «αποκέντρωση» συνίσταται στην προσαρμογή από την εκπαιδευτική περιφέρεια  των εκπαιδευτικών πολιτικών «στις ιδιαιτερότητες των σχολικών μονάδων» και η περίφημη «αυτονομία» των σχολικών μονάδων, με την εισαγωγή «συμμετοχικών μοντέλων» (ο σύλλογος διδασκόντων είναι υπεύθυνος για τον «προγραμματισμό και την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου») είναι μια καρικατούρα, μέσω της οποίας δίνεται η παραπλανητική αίσθηση της συμμετοχής στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής  και καλλιεργείται στην εκπαιδευτική κοινότητα (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς) το αίσθημα της συνευθύνης στην άσκηση μιας πολιτικής που είναι αντιδραστική και ξένη προς τα πραγματικά συμφέροντα του δημόσιου σχολείου, της εργαζόμενης κοινωνίας και της νεολαίας της.

♦ Καθιερώνεται επίσης η λειτουργία ομάδων εκπαιδευτικών που διδάσκουν τα ίδια ή συναφή γνωστικά αντικείμενα ή διδάσκουν στην ίδια τάξη, οι οποίες συνεδριάζουν σε τακτική βάση σε όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους. Οι ομάδες εκπαιδευτικών συνεργάζονται συστηματικά με τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Εργου των αντίστοιχων κλάδων.

♦ Οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης ορίζουν ομάδες όμορων σχολείων, ώστε να «ανταλλάσσονται ιδέες, προτάσεις και προβληματισμοί γύρω από την ανάπτυξη πρωτοβουλιών και δράσεων για την επίλυση παιδαγωγικών ζητημάτων».
Αναβάθμιση ΑΔΙΠΠΔΕ
Η «ανεξάρτητη» (υποτίθεται) αυτή Αρχή:

♦ Αξιολογεί την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος.

♦ Μεταξιολογεί τα συστήματα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος και των στελεχών της εκπαίδευσης.

♦ Διαμορφώνει, οργανώνει, εξειδικεύει, τυποποιεί και δημοσιοποιεί εκ των προτέρων τις διαδικασίες αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος και τα σχετικά κριτήρια και δείκτες, στο πλαίσιο, ιδίως, αντίστοιχων διεθνών προτύπων.

♦ Αναπτύσσει ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης και βάση δεδομένων της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας και τους φορείς που εποπτεύονται από αυτό.

Ο Πρόεδρος της ΑΔΙΠΠΔΕ ορίζεται από τον υπουργό Παιδείας. Αντιπρόεδρος είναι ο πρόεδρος του ΙΕΠ και μέλος, ένα μέλος ΔΕΠ πανεπιστημίου της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, «με εξειδίκευση στην αξιολόγηση εκπαιδευτικών συστημάτων ή στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης ή στην παιδαγωγική επιστήμη» (οι εμφάσεις δικές μας).

Πηγή: Γιούλα Γκεσούλη - Εφημερίδα Κόντρα

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου