ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Νέο σχέδιο νόμου για τις υποστηρικτικές δομές στην εκπαίδευση: Τελικά αξιολογούμαστε ή όχι;



 Νέο σχέδιο νόμου για τις υποστηρικτικές δομές στην εκπαίδευση: Τελικά αξιολογούμαστε ή όχι;


Της Ολυμπίας Ζαραμπούκα*

Δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμο με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», στις επιμέρους διατάξεις του οποίου, περιέχονται οι ρυθμίσεις για την αξιολόγηση των στελεχών εκπαίδευσης και την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων.

Θυμίζω ότι είχα ασχοληθεί σε προηγούμενο δημοσιευμένο άρθρο μου με τίτλο «δεξιά αξιολόγηση ή αριστερή αξιολόγηση άραγε μία από τα ίδια;» με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, επιχειρώντας μία ιστορική αναδρομή του θεσμού και των ισχυόντων νόμων από την μεταπολίτευση και μετά, η οποία κατέληγε στο Π.Δ. 152/2013 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, το οποίο είχε ψηφιστεί από την συγκυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά στην ουσία ουδέποτε εφαρμόστηκε.

Στο άρθρο εκείνο εξέφραζα στο τέλος την απορία μου για το αν η σημερινή «αριστερή» κυβέρνηση θα νομοθετούσε μία από τα ίδια, δηλαδή το Π.Δ. 152/2013 και δη την «δεξιά» αξιολόγηση. Για να δείτε το άρθρο πατήστε ΕΔΩ.

Διαβάζοντας λοιπόν το νέο σχέδιο νόμου και από την πρώτη ανάγνωση, ένιωσα μία ανακούφιση, εφόσον με αυτό καταργείται το Π.Δ. 152/2013, με την τιμωρητική αξιολόγηση που θεσμοθετούσε και στη θέση του, αναφορικά με τους απλούς εκπαιδευτικούς, δεν προτείνεται κάποιο άλλο σύστημα αξιολόγησης, αλλά εγκαθιδρύεται ένας καινοφανής, εκ πρώτης όψεως και κατ’ όνομα τουλάχιστον, θεσμός, αυτός του προγραμματισμού και της αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου.

Ως εδώ καλά. Έλα όμως που σιγά – σιγά συνηθίζω στο γεγονός ότι ποτέ δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα και ειδικά ποτέ από μία και μόνο ανάγνωση ενός νομοθετικού κειμένου – σχεδίου νόμου, κυρίως στα χρόνια της κρίσης. Για τον λόγο αυτόν αφιέρωσα όσο χρόνο απαιτούσε το διάβασμα του σχεδίου νόμου τρεις και τέσσερεις φορές. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Εξηγούμαι:

Παρατήρηση πρώτη: Με το σχέδιο νόμου αυτό επανασχεδιάζεται η ιεραρχική δομή της εκπαίδευσης, με την μεταβίβαση πολλών αρμοδιοτήτων που ανήκαν έως τώρα στις υπηρεσίες του Υπουργείου, στα περίφημα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕ.ΚΕ.Σ.), σε σημείο μάλιστα να μπορούσε κανείς να τα ονομάσει και «περιφερειακά υπουργεία παιδείας». Στην ουσία δίδεται στα ΠΕ.ΚΕ.Σ. η αρμοδιότητα να χαράσσουν εκπαιδευτική πολιτική, σε συνεργασία με τις κατά τόπους διευθύνσεις εκπαίδευσης, τις τοπικές σχολικές μονάδες, αλλά και διαφόρους κοινωνικούς φορείς και φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα ΠΕ.ΚΕ.Σ. λογοδοτούν σε ετήσια βάση στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) και άρα ελέγχονται εκ του σύνεγγυς από το Κράτος για την αποτελεσματικότητά τους στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Το Υπουργείο δηλαδή θα δίδει τις γενικές κατευθύνσεις και τα ΠΕ.ΚΕ.Σ. θα βρίσκουν τους τρόπους εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής, με ελευθερία κινήσεων και διακριτική ευχέρεια. Σημαντικό δε κομμάτι του σχεδιασμού των ΠΕ.ΚΕ.Σ. είναι η εξεύρεση τρόπων σύνδεσης του σχολείου με την αγορά εργασίας, μέσω των προγραμμάτων επιχειρηματικότητας, την προώθηση δεξιοτήτων με βάση τις ανάγκες της αγοράς, τη γενίκευση των προγραμμάτων της μαθητείας κ.λ.π..

Για του λόγου το αληθές βλέπετε κείμενο του σχεδίου νόμου: «…Άρθρο 4 παρ. 2. Αποστολή των ΠΕ.Κ.Ε.Σ. είναι ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός, η παρακολούθηση, ο συντονισμός και η στήριξη του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων και Ε.Κ., ο συντονισμός των Κ.Ε.Σ.Υ., Κ.Ε.Α., και Ε.Κ.Φ.Ε. της περιοχής ευθύνης τους, η επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση των εκπαιδευτικών, η οργάνωση της επιμόρφωσης, καθώς και η υποστήριξη του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου σε περιφερειακό επίπεδο…».

Και παρακάτω : «…παρ. 4. Τα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. υποστηρίζονται στο έργο τους από το Ι.Ε.Π. και τη Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων που είναι αρμόδια για θέματα σπουδών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου και υποβάλλουν τον ετήσιο συλλογικό προγραμματισμό και την ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου τους. Ειδικότερα, για τα θέματα που αφορούν στα εκκλησιαστικά σχολεία και τα μουσουλμανικά ιεροσπουδαστήρια, τα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. υποστηρίζονται στο έργο τους από το Ι.Ε.Π. και την αρμόδια για θέματα θρησκευτικής διοίκησης Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στην οποία επίσης υποβάλλουν τον ετήσιο συλλογικό προγραμματισμό και την ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου τους.

Για να μην κουράζω, σε ακολουθούντα εδάφια και παραγράφους του άρθρου 4 του σχεδίου νόμου, προβλέπεται ως αρμοδιότητα των ΠΕ.ΚΕ.Σ., μεταξύ άλλων και η συστηματική μελέτη των εκθέσεων συλλογικού προγραμματισμού και ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων, η οργάνωση επιμορφωτικών σεμιναρίων για γονείς, η υποστήριξη των σχολικών μονάδων της περιοχής ευθύνης τους στη διαδικασία συλλογικού προγραμματισμού του εκπαιδευτικού έργου, καθώς και της υλοποίησης και της ανατροφοδοτικής αποτίμησής του.

Παρατήρηση δεύτερη: Σύμφωνα με το άρθρο 6 του σχεδίου νόμου, στην περιοχή ευθύνης κάθε διεύθυνσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμια εκπαίδευσης ιδρύονται τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης τα Κ.Ε.Σ.Υ.. Σύμφωνα δε με την διάταξη του σχεδίου νόμου του άρθρου 7 παρ. 2 εδάφιο ε προβλέπεται ότι τα Κ.Ε.Σ.Υ., μεταξύ άλλων έχουν ως σκοπό τους: «…Σε επίπεδο ευαισθητοποίησης του κοινωνικού συνόλου: η προώθηση συνεργασιών ανάμεσα στις σχολικές μονάδες, τις οικογένειες, επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς, υπηρεσίες της τοπικής αυτοδιοίκησης, ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς και η ευαισθητοποίηση της ευρύτερης κοινότητας σε θέματα διαφορετικότητας, ψυχοκοινωνικής υγείας, επαγγελματικού προσανατολισμού και σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας…». Άλλη μία ένδειξη διάθεσης μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων του Υπουργείου και αυτονομίας των αποκεντρωμένων υπηρεσιών του, με έμφαση στη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Παρατήρηση τρίτη: Θεσμοθετείται παραπλεύρως και μία πρωτότυπη μέθοδος αξιολόγησης των στελεχών της εκπαίδευσης από την βάση προς την κορυφή, δηλαδή οι απλοί εκπαιδευτικοί αξιολογούν τους διευθυντές των σχολικών μονάδων, οι διευθυντές σχολείων αξιολογούν τους διευθυντές εκπαίδευσης κ.ο.κ.. Για του λόγου το αληθές βλέπετε: Άρθρο 40 παρ. 12. «…Στην αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης λαμβάνεται υπόψη και η αξιολόγηση του μόνιμου προσωπικού που υπάγεται στα στελέχη αυτά…». Με τον τρόπο αυτόν, όταν θα αξιολογηθεί και ο απλός εκπαιδευτικός θα του δίδεται η επίφαση της «δικαιοσύνης» στην αυστηρή αξιολόγησή του, αφού και αυτός διετέλεσε προηγουμένως, έστω και γνωμοδοτικά, παράγοντας αξιολόγησης των ανωτέρων του.

Παρατήρηση τέταρτη: Δίδεται η νομοθετική εξουσιοδότηση να ρυθμιστούν πλήθος άλλων θεμάτων λεπτομερέστερα με υπουργικές αποφάσεις, όπως κυρίως το καθηκοντολόγιο των οργάνων των σχολικών μονάδων και των οργάνων διοίκησης. Συγκεκριμένα: «…Άρθρο 18 παρ. 1. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων: α) καθορίζονται τα ειδικότερα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των Περιφερειακών Διευθυντών Εκπαίδευσης, των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, του προϊσταμένου του Γραφείου Μειονοτικής Εκπαίδευσης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, των Συντονιστών Εκπαιδευτικού Έργου και των Οργανωτικών Συντονιστών των ΠΕ.Κ.Ε.Σ., των Διευθυντών Εκπαίδευσης, των Προϊσταμένων και των συλλόγων εκπαιδευτικού προσωπικού των Κ.Ε.Σ.Υ., καθώς και των εκπαιδευτικών, του Ε.Ε.Π. και του διοικητικού προσωπικού των Κέντρων αυτών, των Προϊσταμένων και των μελών των Παιδαγωγικών Ομάδων των Κ.Ε.Α., των διευθυντών και υποδιευθυντών των σχολικών μονάδων και Ε.Κ., καθώς και των σχολικών συμβουλίων και των συλλόγων των διδασκόντων…».

Παρατήρηση πέμπτη: Η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας βαφτίζεται «συλλογικός προγραμματισμός και ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων». Ειδικότερα με την διάταξη του άρθρου 47 του σχεδίου νόμου προβλέπεται επί λέξει: «…1. Ο συλλογικός προγραμματισμός και η ανατροφοδοτική αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων είναι μια συνεχής δυναμική, συμμετοχική διαδικασία εντοπισμού, ανάλυσης και αντιμετώπισης των προβλημάτων και των αναγκών του σχολείου, που στηρίζεται σε εσωτερικά κίνητρα βελτίωσης της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Η διαδικασία αυτή: παρ. 1.α) στοχεύει στην αναμόρφωση της σχολικής ζωής, στην ανάπτυξη δημοκρατικών και συνεργατικών πρακτικών, στη μορφωτική – παιδαγωγική ενίσχυση της εκπαιδευτικής πράξης, στην επιστημονική ανανέωση του γνωστικού περιεχομένου, καθώς και των διδακτικών μεθόδων… β) συνδέεται στενά με τη συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών… παρ. 2.Ο σύλλογος διδασκόντων, κατά την έναρξη κάθε σχολικού έτους, συνέρχεται και προγραμματίζει το εκπαιδευτικό έργο για το τρέχον σχολικό έτος, λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ανατροφοδοτικής αποτίμησης του προηγούμενου σχολικού έτους, καθώς και τις απόψεις του σχολικού συμβουλίου στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το οποίο οφείλει να έχει προηγουμένως συγκληθεί για αυτό το θέμα….3. Οι θεματικοί άξονες αναφοράς του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης, καθώς και ο τύπος των σχετικών εκθέσεων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Ι.Ε.Π….4. O σύλλογος διδασκόντων, σε τακτικές συνεδριάσεις στη διάρκεια του σχολικού έτους, συζητά διεξοδικά επί της πορείας του αρχικού συλλογικού προγραμματισμού και προβαίνει, αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο, σε ανασχεδιασμό ή στις απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις. 5. Στο τέλος κάθε σχολικού έτους ο σύλλογος διδασκόντων, λαμβάνοντας υπόψη του και τις απόψεις του σχολικού συμβουλίου στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το οποίο οφείλει να έχει προηγουμένως συγκληθεί για αυτό το θέμα, προβαίνει σε ανατροφοδοτική αποτίμηση της υλοποίησης του συλλογικού προγραμματισμού και συντάσσει σχετική έκθεση… η οποία κοινοποιείται στο ΠΕ.Κ.Ε.Σ. και διατυπώνονται προτάσεις βελτίωσης για το επόμενο σχολικό έτος….7. Το ΠΕ.Κ.Ε.Σ., αφού λάβει υπόψη τις εκθέσεις αποτίμησης των σχολικών μονάδων, συντάσσει συνολική συμπερασματική έκθεση για τη διαδικασία του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων της οικείας Περιφέρειας, την οποία υποβάλλει στο Ι.Ε.Π. …8. Το Ι.Ε.Π. μελετά συστηματικά τις συμπερασματικές εκθέσεις των ΠΕ.Κ.Ε.Σ., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του σύμφωνα με την περίπτ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3966/2011 και: α) εισηγείται προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων τρόπους βελτίωσης των διαδικασιών του συλλογικού προγραμματισμού και της ανατροφοδοτικής αποτίμησης και β) διατυπώνει παρατηρήσεις επί των συμπερασματικών εκθέσεων των ΠΕ.Κ.Ε.Σ., τις οποίες κοινοποιεί στα Κέντρα αυτά, για τη βέλτιστη εφαρμογή του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στις σχολικές μονάδες.

Επίσης σημαντική ρύθμιση που εισάγεται για πρώτη φορά: «…Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.:

α) ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη μορφή και το περιεχόμενο των εντύπων έκθεσης αξιολόγησης και

β) καθορίζονται ειδικότερα θέματα της διαδικασίας αξιολόγησης και οι σχετικές προθεσμίες και ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου….»

Σε όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις κατέληξα, έπειτα από πολλές αναγνώσεις του σχεδίου νόμου και αφού παρέλειψα να αφιερώσω την προσοχή μου σε «βαρυσήμαντους», «πρωτοποριακούς» και «μεταρρυθμιστικούς» εκσυγχρονισμούς που περιέχονται στο κείμενο, με την απόπειρα να πλασαριστούν στην δημόσια διαβούλευση, ούτως ώστε μαζί με αυτούς να περάσουν «αβρόχοις ποσί» και χωρίς προβληματισμό οι παραπάνω «τομές».

Μετά από αυτά, τον αρχικό μου ενθουσιασμό διαδέχθηκε η γνωστή πλέον «συνομωσιολογική» μου διάθεση, η επιφυλακτικότητα και ο προβληματισμός. Παραθέτω λοιπόν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα, με μία αρχική επισήμανση:

Πολλοί, πολιτικά πλησίον μάλλον της κυβερνώσας παράταξης, αφρόνως έσπευσαν να θριαμβολογήσουν και να αποδώσουν τα εύσημα στην κυβέρνηση και το υπουργείο, διότι συμπέραναν ότι δεν υπάρχει πια η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Στο συμπέρασμα δε αυτό, έδειξε προς τα έξω ότι κατέληξε και η αξιωματική αντιπολίτευση, αυτή για τους δικούς της λόγους πολιτικής εκμετάλλευσης (π.χ. Δες Ελληνικέ Λαέ η κυβέρνηση καταργεί την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών), ενώ στην πραγματικότητα γνωρίζει καλά ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Δεν είναι δυστυχώς έτσι τα πράγματα, διότι στην πραγματικότητα η αυτοαξιολόγηση - αξιολόγηση επανέρχεται, με όλα τα χαρακτηριστικά που είχε η «δεξιά» αξιολόγηση του Π.Δ. 152/2013 με την μεταμφίεση σε «προγραμματισμό και αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου». Ποιά η διαφορά από την αξιολόγηση – αυτοαξιολόγηση του Π.Δ. 152/2013 όταν και τότε απαιτούνταν οι τυποποιημένες φόρμες, η κατάθεση σχεδίων δράσης για καινοτομίες, υλικοτεχνική υποδομή, συνεργασίες με φορείς και τοπική κοινωνία, εσωτερικοί κανονισμοί σχολείων, συμμετοχή των σχολικών συμβουλίων (με την συμμετοχή σε αυτά των συλλόγων γονέων) όπως και τώρα. Το μόνο που αλλάζει είναι ο φορέας κατάθεσής τους. Τότε απαιτούνταν να κατατίθενται σε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα, ενώ τώρα θα κατατίθενται στα ΠΕ.ΚΕ.Σ.

Μάλιστα απομένει να δούμε και την μορφή των εκθέσεων αξιολόγησης – αυτοαξιολόγησης και τις συνέπειες της τυχόν αρνητικής έκβασής της, με υπουργικές αποφάσεις που κατά νομοθετική εξουσιοδότηση θα εκδοθούν στη συνέχεια και θα περιλαμβάνουν όλες τις λεπτομέρειες αυτού του είδους, αλλά και τα νέα ειδικά καθηκοντολόγια των στελεχών της εκπαίδευσης αλλά και των συλλόγων διδασκόντων, σε σχέση και με την αυτοαξιολόγηση-αξιολόγηση.

Αυτά για την αξιολόγηση, την πλέον με την βούλα «αριστερή» αξιολόγηση, η οποία με ομολογουμένως μεγάλη μαεστρία καλυμμένη, εγκαθιδρύεται με το σχέδιο αυτό νόμου στην εκπαίδευση.

Ένα όμως πράγμα, που ίσως δεν έχει γίνει αντιληπτό από πολλούς, κρύβεται επιμελώς σχεδιασμένο, πίσω από τις λέξεις του σχεδίου αυτού νόμου και αυτό πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο: Η διάθεση συγκέντρωσης πολλών αρμοδιοτήτων του υπουργείου στα ΠΕ.ΚΕ.Σ.. Το γεγονός αυτό ίσως αποτελεί το πρώτο βήμα για την παραχώρηση σιγά σιγά του ελέγχου των σχολικών μονάδων στις τοπικές αρχές, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό και για τις εργασιακές μας σχέσεις και την ελαστικοποίησή τους.

Σχολείο στον Δήμο σημαίνει περιορισμένη χρηματοδότηση και ως εκ τούτου προσπάθεια προσέλκυσης ιδιωτικών χορηγιών και κεφαλαίων, εξ ού και η ανάγκη μεταφοράς των λειτουργικών και χρηματοδοτικών υποχρεώσεων του Υπουργείου μέσω των ΠΕ.ΚΕ.Σ. στα σχολεία, στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς και ως εκ τούτου με ευκολία κατόπιν στους Ο.Τ.Α.

Με λίγα λόγια προδιαγράφεται μία πορεία από το δημόσιο σχολείο στο σχολείο της αγοράς. Αυτά άλλωστε είναι και τα κελεύσματα των «θεσμών - δανειστών» (Ε.Ε., Ε.Κ.Τ. και Δ.Ν.Τ.) και του μέντορά τους του Ο.Ο.Σ.Α.. Μην ξεχνάμε ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι σχολικές μονάδες ανήκουν στους Δήμους. Στην Αγγλία για παράδειγμα, δεν υπάρχει δημόσιο σχολείο παρά μόνο τοπικό σχολείο υπό τον έλεγχο των κομητειών και των επαρχιών, το οποίο είναι τόσο υποβαθμισμένο που οι ελάχιστοι μαθητές που έχουν όρεξη για μάθηση, αναγκάζονται να πλησιάζουν τις καρέκλες τους στους διδάσκοντες για να τους ακούνε και οι υπόλοιποι θορυβούν. Εκεί μόνο στα ιδιωτικά σχολεία προσφέρεται υποφερτή εκπαίδευση. Φανταστείτε την δυσχερή θέση μας, ως εκπαιδευτικοί, όταν θα αξιολογούμαστε όχι για την διδακτική μας επάρκεια αλλά πρώτα και κύρια για την ικανότητά μας να προσελκύσουμε χορηγούς.

Έτσι θα έλθει με γοργά βήματα η μετάβαση από το δημόσιο σχολείο στο ιδιωτικό και στο σχολείο της αγοράς, μέσω της συνεχούς υποβάθμισης της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης. Μένει να δούμε αν θα το επιτρέψουμε.

* Η Ολυμπία Ζαραμπούκα MsC Εκπαιδευτικός ΠΕ11 Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση



ΠΗΓΗ: www.alfavita.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου