ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Η μεγαλύτερη απειλή που έχει δεχθεί η δημόσια σχολική εκπαίδευση από τη μεταπολίτευση και μετά


Η μεγαλύτερη απειλή που έχει δεχθεί η δημόσια σχολική εκπαίδευση από τη μεταπολίτευση και μετά

Του Χρήστου Κάτσικα

Πιέσεις για πλήρη ιδιωτικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος

Σε παγκόσμιο επίπεδο η επιχείρηση για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος έχει ξεκινήσει εδώ και μερικές δεκαετίες.

Χρονολογείται από τη δεκαετία του ’80 σε ΗΠΑ και Βρετανία με την εισαγωγή αμιγώς τεχνοκρατικών όρων που αντικαθιστούν τις παιδαγωγικές αρχές, με την επέκταση της «ελεύθερης» γονεϊκής επιλογής και την «αγοραιοποίηση της Παιδείας».

Η χρήση του όρου της γονεϊκής ελευθερίας από τους εγχώριους και διεθνείς νεοφιλελεύθερους για να λειτουργήσουν τέτοιου είδους επιδοματικές πολιτικές στην εκπαίδευση δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από εσκεμμένη παραπλάνηση της κοινωνίας. Κάθε ευρώ που πηγαίνει στα κουπόνια θα αφαιρείται από το δημόσιο σχολείο. Βαθμιαία τα δημόσια σχολεία θα καταρρεύσουν και ιδιωτικοί φορείς θα ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια παντού. Επιπλέον, όπου εφαρμόστηκαν vouchers, σταδιακά τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια αύξαναν τις τιμές των διδάκτρων, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν τα χρήματα των κουπονιών στους γονείς που έπρεπε να συμπληρώσουν από την τσέπη τους.

Η νεοφιλελεύθερη στόχευση για την εκπαίδευση και η δήθεν «ελευθερία επιλογής»

Η περιβόητη «ελευθερία επιλογής» αφορά αποκλειστικά αυτούς που αφορούσε πάντοτε: τους έχοντες και κατέχοντες. Με τον τρόπο αυτό γίνεται αντιληπτό ότι η εκπαίδευση μετατρέπεται σε εμπόρευμα και η ψευδεπίγραφη δήθεν επιλογή των γονέων μεταβάλλεται σε εφιάλτη, καθώς τα λίγα σχολεία της ελίτ θα συνεχίσουν να χαρίζουν τίτλους και πρόσβαση σε ανώτερη εκπαίδευση και εργασία σε ελάχιστους τυχερούς, την ώρα που η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών θα εξαθλιώνονται εκπαιδευτικά σε διαλυμένες ημικρατικές/ιδιωτικές δομές και θα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην ανεργία, ή στις χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Στον ανελέητο ανταγωνισμό που θα ξεσπάσει μεταξύ των σχολείων, οι μαθητές, με πρόσχημα το δικαίωμα επιλογής του σχολείου όπου θα φοιτήσουν, αντιμετωπίζονται ως πελάτες και παραγόμενα εμπορεύματα, αφού θα προετοιμάζονται έτσι ώστε να κυκλοφορήσουν στην αγορά με καλύτερους όρους.

Από την άλλη, η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στους εκπαιδευόμενους, στους γονείς, στην «τοπική κοινωνία» και στους «παραγωγικούς φορείς», είναι φανερό ότι καλλιεργεί την τάση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των «πελατών», αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτώνται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών «προϊόντων» τους.

Τα «αποκεντρωμένα» σχολεία, για παράδειγμα, θα παραμερίζουν πιο εύκολα τη γενική μόρφωση σε όφελος των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση.

 Η παιδαγωγική και η διδακτική οφείλουν να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη, που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και πρέπει να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ' αυτήν την προοπτική.

Το σχέδιο ξεκίνησε το 2010

Στη χώρα μας η στρατηγική αυτή έχει ξεκινήσει να εφαρμόζεται από το 2010. Διόλου τυχαία, ταυτόχρονα με την έναρξη της χειρότερης κρίσης στη μεταπολεμική της ιστορία, άρχισε η σταδιακή απορρύθμιση της εκπαίδευσης με σειρά νόμων (3848/2010, 4254/2014) που είχαν στόχο την αποδυνάμωση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και την εισαγωγή όρων ασύδοτης αγοράς στον χώρο της Παιδείας.

Πριν από ένα περίπου χρόνο, τον Φλεβάρη του 2017 ο ΣΕΒ (Σύνδεσμος Βιομηχάνων Ελλάδας) δημοσιεύει μια έκθεση για την εκπαίδευση στην Ελλάδα, υπό τον γενικό παραπλανητικό τίτλο «Η έξοδος από την κρίση ξεκινάει στα θρανία» και χρησιμοποιεί στοιχεία του διαγωνισμού PISA του ΟΟΣΑ από το 2015 καθώς και στοιχεία της Eurostat από το 2014. Στο κείμενο αυτό κεντρική θέση κατέχει η αυτονομία και η αποκέντρωση, η αυτοαξιολόγηση και η αξιολόγηση, καθώς και η σύνδεση με την «τοπική κοινωνία» αλλά και η χρηματοδότηση από την τοπική αυτοδιοίκηση. Προχωράει ακόμα περισσότερο θέτοντας το «γονεϊκό δικαίωμα» στην επιλογή σχολείου που συνδέεται με τη φιλοσοφία της αυτονομίας.

Οι προτάσεις που καταθέτει ο ΣΕΒ, οδηγούν εκ των πραγμάτων, όπως ομολογείται, σε κλείσιμο δημοσίων  σχολείων, σε άκρατο ανταγωνισμό μεταξύ σχολικών μονάδων, απολύσεις ανεπαρκών εκπαιδευτικών μέσω του μηχανισμού αξιολόγησης και επιδότηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης με κρατικά χρήματα, μέσω του δικαιώματος των γονέων να επιλέγουν την εκπαίδευση που θα λάβουν τα παιδιά τους.

Στη τελευταία περίπτωση υπονοούνται τα περίφημα voucher που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι θέλει να καθιερώσει στην ελληνική εκπαίδευση, δίνοντας στους γονείς ένα ποσό που θα μπορούν να διαθέσουν και να εγγράψουν το παιδί τους σε όποιο σχολείο επιθυμούν.

Πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες για το περιεχόμενο  της νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ με αποκαλυπτικό τίτλο «Σχολεία αυτόνομα με τους εκπαιδευτικούς «ηγέτες»». Στην έκθεση  αναφέρεται ως παράδειγμα προς μίμηση την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Χιλή με τη χρηματοδότηση μέσω κουπονιών.

Ελεύθερη επιλογή προσωπικού

Στο ίδιο πνεύμα θεωρείται ότι η πρόσληψη του εκπαιδευτικού προσωπικού πρέπει να πραγματοποιείται σε επίπεδο σχολικής μονάδας, όπου ο διευθυντής/μάνατζερ κάθε σχολείου θα επιλέγει το εκπαιδευτικό προσωπικό της σχολικής του μονάδας: «Οι σχολικοί ηγέτες είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για το είδος της σχολικής κουλτούρας που μπορεί να βελτιώσει τη μαθητική απόδοση. Αλλά εάν οι σχολικοί ηγέτες δεν εμπλέκονται στην πρόσληψη των εκπαιδευτικών και στην αξιολόγηση της διδασκαλίας αυτό μειώνει την διευθυντική τους εξουσία και άρα αντίστοιχα το βαθμό ανταποδοτικότητάς  του».

Παράλληλα ο ΟΟΣΑ επισημαίνει, σε πολλά σημεία της έκθεσής του, το γεγονός ότι το 85% του υπάρχοντος προϋπολογισμού για την εκπαίδευση δίνεται σε μισθούς των εκπαιδευτικών. Κατά συνέπεια, ο ΟΟΣΑ επιμένει και σήμερα στη μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών, στην πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών και στην «αποδοτική» κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Τι είναι τα περίφημα vouchers και τι έχει δείξει η διεθνής εμπειρία από την εφαρμογή τους

Αυτό το οποίο ισχυρίζονται οι θιασώτες των vouchers είναι η βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων.

Συνοψίζοντας τις σημαντικότερες πτυχές της εφαρμογής του προγράμματος vouchers με βάση έρευνες Αμερικανικών, Σουηδικών και Βρετανικών πανεπιστημίων που, αν και με διαφορετικές θεωρητικές αναφορές, καταλήγουν σχεδόν ομόφωνα στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Σε έρευνες που διεξήχθησαν την τελευταία εικοσαετία σε Σουηδία, Βρετανία, Νέα Υόρκη, Λουιζιάνα, Κλήβελαντ, Μιλγουόκι, δηλ, στις περιοχές που εφαρμόζονται συστηματικά για πολλά χρόνια τέτοιου είδους προγράμματα, καταρρίφθηκε το επιχείρημα ότι το πρόγραμμα vouchers βελτιώνει τις επιδόσεις των μαθητών. Τα δεδομένα των ερευνών δείχνουν ότι τα μαθησιακά αποτελέσματα των ιδιωτικών σχολείων που εφαρμόζουν vouchers και των δημόσιων δεν έχουν στατιστική διαφορά.

Η κατεύθυνση κρατικών κονδυλίων για τα vouchers αποδυναμώνει αισθητά τα δημόσια σχολεία, με αποτέλεσμα αρκετά να οδηγούνται σε κλείσιμο. Εντυπωσιακό είναι το συμπέρασμα της ερευνήτριας της Εκπαιδευτικής Οικονομίας Helen F. Ladd (School Vouchers: a critical view), η οποία παρατηρεί στην κατακλείδα του άρθρου της ότι, όχι μόνο τα προγράμματα αυτά δεν φέρνουν καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα, αλλά απορροφούν κρίσιμους πόρους από τη δημόσια εκπαίδευση και διευρύνουν τις εκπαιδευτικές ανισότητες.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που εφαρμόζονται τα vouchers, σε πλήρη αντίθεση με το μοντέλο που προτείνουν οι εγχώριοι θιασώτες του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οι οποίοι μιλούν για εντελώς ανεξάρτητα σχολεία, τα ιδιωτικά σχολεία πρέπει να πιστοποιούνται από το κράτος, να εποπτεύονται στενά από αυτό και να ακολουθήσουν πιστά το ίδιο αναλυτικό πρόγραμμα .


Η εφαρμογή των προγραμμάτων γεννά διαφθορά και συνθήκες έντονης διαπλοκής στο χώρο της εκπαίδευσης, καθώς έχει σημειωθεί κατασπατάληση πόρων από ιδιωτικά σχολεία και κακή χρήση από γονείς. Μάλιστα, αρκετοί υπεύθυνοι προγραμμάτων έχουν οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.