ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Η Κέρκυρα στην Οδύσσεια του Ομήρου





Η Κέρκυρα στην Οδύσσεια του Ομήρου
  Της Ελένης (σύζ.Ανδρέα)Καββαδία(Παπασπύρου)           

Tο μυθικό νησί των Φαιάκων, το σμαράγδι του Ιονίου με τις αμέτρητες φυσικές ομορφιές, το θρυλικό παρελθόν, τα αναγεννησιακά μνημεία ,τις μουσικές μπάντες και τον κοσμοπολίτικο αέρα, μαγεύει και σήμερα τον επισκέπτη, όπως μάγεψε τον Οδυσσέα χαρίζοντάς του φιλοξενία και γαλήνη, αφού ήταν ο τελευταίος σταθμός του, πριν την επιστροφή του στην Ιθάκη.
          Η μυθική χώρα του Αλκίνοου με τη  μακρά ιστορική διαδρομή της είναι προικισμένη από τη φύση με ειδυλλιακά τοπία, πανέμορφους όρμους, εκτεταμένες αμμουδερές παραλίες, εντυπωσιακούς ελαιώνες, αμπέλια, πευκοδάση ,μυρτιές, κυπαρίσσια, κουμαριές και οπωροφόρα δέντρα, που συμπληρώνουν ταιριαστά την πανδαισία της φύσης.

          Ο πλούσιος κάμπος και το γόνιμο έδαφος του νησιού δεν είναι τυχαία. Η περιοχή από την αρχαιότητα έχει επάρκεια σε υδάτινους πόρους. αφού δέχεται τις περισσότερες βροχές στη χώρα.

Ο Όμηρος στην Οδύσσειά του και στη ραψωδία ζ και η αναφέρει τα προϊόντα που καλλιεργούν οι Φαίακες και περιγράφει με τον πλέον παραστατικό τρόπο(όπως και σ’ όλο του το έργο άλλωστε)την τοπογραφία της πόλης των Φαιάκων, πολλά πολιτιστικά τους στοιχεία, για τις αγροτικές τους εργασίες και τις πολεμικές τέχνες αν και τονίζει χαρακτηριστικά πως: οι Φαίακες δεν αγαπούν σαγίτες και δοξάρια, μόνο κατάρτια και κουπιά και πλοία καλοφτιασμένα που χαίρονταί τα, τους αφρούς της θάλασσας περνώντας.

 Οδύσσεια,  ραψωδία ζ (μετάφραση Αργύρη Ευταλιώτη)

Τότε έξω το δρόμο θα σας δείχνω,       
στη χώρα ως να ζυγώσουμε, που έχει τειχιά πυργάτα
τριγύρω της, και δυο καλά λιμάνια από τα πλάγια,
και που έχει τη μπασιά στενή, κι από τις δυο προβάλλουν
τα πλοία, που καθένα τους έχει σκεπή δική του.
Κει πέρα, γύρω του λαμπρού του Ποσειδειού, θα δούμε
την αγορά, με γωνιακές βαθιά χωσμένες πέτρες        
στρωμένη τ’ άρμενα αυτουδά των καραβιώνε φτιάνουν,
τις γούμενες και τα πανιά, και ξύνουν τα κουπιά τους`
τι οι Φαίακες δεν αγαπούν σαγίτες και δοξάρια,         
μόνε κατάρτια και κουπιά και πλοία καλοφτιασμένα,
που χαίρουνταί τα, τους αφρούς της θάλασσας περνώντας.

Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία η (μετάφραση Αργύρη Ευταλιώτη)

Ήρθε στου Αλκίνου τ’ ακουστά παλάτια κι ο Οδυσσέας,
κι ο νους του σάστιζε πρίν πάει στα χαλκωτά  κατώφλια`
τι σα φως ήλιου ή φεγγαριού στα μάτια του φαινόταν
του Αλκίνου του τρανόκαρδου το θεόρατο παλάτι.
………………………………………………………..
Χαλκένιοι τοίχοι στέκονταν απ’ το κατώφλι ως μέσα
στα βάθια και ζωνόντανε με λαζουρί στεφάνι`
θύρες χρυσές σφαλνούσανε το στεριωμένο χτίριο,
με παραστάτες αργυρούς στο χαλκωτό κατώφλι,
με ανώφλι, ολάργυρο κι αυτό και με χρυσή κρικέλα.
Είχε και δυο αργυρόχρυσους απ’ τα δυο πλάγια σκύλους,
που ο Ήφαιστος τους έφτιαξε με τη σοφή του τέχνη,
τον πύργο να φυλάγουνε του Αλκίνου του μεγάλου,
αθάνατοι κι αγέραστοι για πάντα και για πάντα.
Θρονιά στον τοίχο αραδιαστά κι από τα δυο τα πλάγια,
απ’το κατώφλι ως τα βαθιά, με ντύματα αποπάνω,
έργα ψιλά καλόγνεστα των γυναικών, βαλμένα.
Σ’ εκείνα απάνω οι προεστοί καθόνταν τω Φαιάκων,
και τρώγανε και πίνανε, τι είχαν πολλά ομπροστά τους.
Σε στυλοβάτες δουλευτούς χρυσά αγοράκια στέκαν,
και κράταγαν στα χέρια τους λαμπάδες αναμμένες,
που φέγγανε τω σύδειπνων τη νύχτα στα παλάτια….
Πενήντα μες στους πύργους του γυναίκες είχε εργάτρες΄
άλλες τους στο χερόμυλο ξανθό σιτάρι αλέθουν,
άλλες τους φαίνουνε πανί και κλώθουν καθισμένες,
σα φύλλα λεύκας αψηλής σαλεύοντας`και τόσο
κρουστόφαντα είναι τα λινά που τρέχει ογρό το λάδι.
Τι όσο περνούν οι Φαίακες στον κόσμο όλους τους άλλους
σε καραβιού κυβέρνημα, τόσο πιδέξιες είναι
στο φάδι κι οι γυναίκες τους, που η Αθηνά να φτιάνουν
ώρια δουλειά τις έμαθε, και νου λαμπρό έδωσέ τους.
Παρόξω απ’ την αυλή, σιμά στη θύρα, έχει περβόλι,
τεσσάρω ζευγαριών παντού καλοφραγμένο γύρω,
που δέντρα πλήθος φαίνουνται αψηλά και φουντωμένα`
εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες.
Δε λείπει ολοχρονίς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι`
τι άλλα τ’ αγέρι το γλυκό γεννάει κι άλλα ωριμάζει.
Μεστώνει απίδι, κι άλλο ανθεί και μήλο πα στο μήλο,
πα στο σταφύλι άλλο τσαμπί και σύκο πα στο σύκο,
βρίσκεται φυτεμένο εκεί και πλούσιο αμπελοκήπι,
με αλώνι μέσα λιακωτό σε γης καλοστρωμένη,
που από τον ήλιο δέρνεται σταφύλια αλλού τρυγιούνται,
αλλού πατιούνται παραμπρός κρεμιένται οι αγουρίδες
στο ξάνθισμά τους παρακεί να βάφουν αρχινάνε.
Έχει κι ωριόπλουμες βραγιές στου περβολιού τις άκρες,
κάθε λογής, που ολοχρονίς σφαντάζουνε στο μάτι`
και βρύσες δυο σκορπιέται η μια μες σ’ όλο το περβόλι,
κι η άλλη κάτω απ’ της αυλής διαβαίνει το κατώφλι,
προς το παλάτι, κι έπαιρναν κείθε νερό οι πολίτες.
Τέτοια οι θεοί χαρίζανε λαμπρά του Αλκίνου δώρα.


Από τη Φωνή των Αργυραδιτών, αρ. φ. 146, Μάρτιος - Απρίλιος 2018

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου