ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Η ανακοίνωση των βάσεων... κρύβει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει


Η ανακοίνωση των βάσεων... κρύβει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει
Του Χρήστου Κάτσικα
ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΒΑΣΕΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑ ΑΕΙ
Η ανακοίνωση των βάσεων... κρύβει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει
                Τις επόμενες μέρες το Υπουργείο Παιδείας θα ανακοινώσει τις βάσεις εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) δίνοντας μια απάντηση, γι΄ άλλους λυτρωτική και γι΄ άλλους δυσάρεστη, στο  αγωνιώδες ερώτημα δεκάδων χιλιάδων οικογενειών.
                Η ίδια η κίνηση των βάσεων ντύνεται με μια θαυματουργική δύναμη, άλλοτε θεία και άλλοτε διαβολική και αναδεικνύεται άλλοτε ως φορέας σωτηρίας και άλλοτε ως φορέας ολοκληρωτικής καταστροφής.
                Να ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, πριν από την ανακοίνωση του Υπουργείου της Παιδείας, ότι φέτος οι βάσεις θα έχουν διαφορετικές κατευθύνσεις. Δεκάδες τμήματα του 2ου και 3ου Επιστημονικού Πεδίου, εκεί που συνωστίζονται τα Πολυτεχνεία και οι Φυσικομαθηματικές, οι Ιατρικές, Οδοντιατρικές και Φαρμακευτικές θα είναι λιγότερο απαιτητικά από πέρσι, θα χαμηλώσουν τις βάσεις τους. Και η πτώση θα αφορά και τις «ναυαρχίδες» των δυο Επιστημονικών Πεδίων, τις σχολές Μηχανικών Η/Υ, ΤΩΝ Πολιτικών Μηχανικών, την Ιατρική Αθήνας και τις αντίστοιχες των άλλων πόλεων. Από την άλλη, στο 1ο και 4ο Επιστημονικό Πεδίο, των θεωρητικών και Οικονομικών σχολών (Νομικές, Φιλολογίες, Οικονομικά και Χρηματοοικονομικά, θα έχουμε ανάποδη πορεία. Εδώ οι βάσεις εισαγωγής θα βαδίσουν ανηφορικά, απαιτώντας περισσότερα μόρια από πέρσι.
                Ωστόσο, η όποια κίνηση των βάσεων εισαγωγής, η πτώση ή η απογείωση, η «σκόνη» που σηκώνεται την ημέρα των αποτελεσμάτων, έρχεται να καλύψει, να θέσει εκτός δημόσιας συζήτησης, ζητήματα πολύ σημαντικά.
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΑΣΕΙΣ
                Οι πανελλήνιες εξετάσεις ήταν πάντα ένας μηχανισμός παραεκπαίδευσης  της παιδείας. Αρκεί να δει κανείς τον κεντρικό ρόλο που παίζουν στον καθορισμό της διδακτέας ύλης, αδιαφορώντας για ό,τι δεν σχετίζεται με τις εξετάσεις. Αρκεί να δει κανείς τα θέματα στα οποία διαγωνίζονται κάθε χρόνο οι υποψήφιοι: Με θέματα σωστά ή λανθασμένα, σύμφωνα ή όχι με τους στόχους, θεωρητικά ή πρακτικά, έξυπνα ή ηλίθια, πονηρά ή παπαγαλίστικα, ο πραγματικός στόχος των εξετάσεων που είναι να επιλεγούν κάποιοι με τρόπο που να φαντάζει αντικειμενικός, επιτυγχάνεται. Αυτή η γραμμή καθορίζει και τη στάση που οφείλουν να τηρήσουν μαθητές και καθηγητές στο σχολικό μάθημα. Αντί της προαγωγής της κρίσης, την εμβάθυνση, τη γενίκευση, την ανακάλυψη της ομορφιάς, η αξιολόγηση που αναμένεται οδηγεί στην απομνημόνευση τύπων και μεθοδολογιών, στην προπόνηση και όχι στην επιστημονική μελέτη.
                Η κίνηση των βάσεων και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, καλύπτει το γεγονός ότι  το σχολικό σύστημα, δεν κάνει το κόπο να βρει τις μεθόδους και τις τεχνικές που θα μεταδώσουν σε όλους τους μαθητές τις γνώσεις που εξετάζει και βαθμολογεί, με αποτέλεσμα να ευνοεί τους ήδη ευνοημένους, αυτούς που έχουν την μορφωτική και οικονομική υποστήριξη από την οικογένεια. Και όσο η  επιλεκτική λειτουργία του σχολείου αποκτάει προτεραιότητα σε βάρος της μορφωτικής του, θα επικυρώνονται, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, «αποτελεσματικά και αμετάκλητα», με το βάρος της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων από τις δεκάδες εξεταστικές δοκιμασίες, οι ανισότητες που έρχονται «απ΄ έξω».
                Δεύτερον ότι όλο και περισσότεροι μαθητές, ακόμη και από αυτούς που τις επόμενες μέρες θα πανηγυρίσουν την είσοδό τους σε κάποια  σχολή της επιλογής τους ή σε κάποια άλλη, αδυνατούν να κατανοήσουν το νόημα των κειμένων που διαβάζουν και, βεβαίως, αδυνατούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Πανεπιστημιακοί καθηγητές χρόνια τώρα και ιδιαίτερα την τελευταία διαπιστώνουν σε φοιτητές τους έλλειψη ικανότητας να αρθρώνουν συνεχή λόγο, να ελέγχουν και να λογικοποιούν τις σκέψεις τους χωρίς χάσματα και αντιφάσεις, να κάνουν λογικές αφαιρέσεις ή να κατανοούν γραπτά κείμενα εκτός από τα υποτυπώδη.
                Γιατί την ίδια ώρα που το εκπαιδευτικό μας σύστημα μετατρέπει το μαθητή σε αγχώδη μοριοσυλλέκτη, απονεκρώνει, κάθε διάθεση για μάθηση, κάθε περιέργεια κι ανησυχία, αφοπλίζει κάθε διαδικασία εμβάθυνσης, κατανόησης, αμφιβολίας, αμφισβήτησης, εξαφανίζοντας το γιατί και το διότι, καταστρέφοντας κάθε δυνατότητα για συλλογική αφήγηση, συνολική εικόνα της φύσης, της κοινωνίας.
                Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που εδώ και πολλά χρόνια ως «καλό» σχολείο προβάλλεται εκείνο που μιμείται καλύτερα το φροντιστήριο. Αυτό δηλαδή που, αντί να οργανώνει επιστημονικά τη γνώση, ως σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας και πολύτιμο εφόδιο για τη ζωή, τυποποιεί, συσκευάζει και παραδίδει αποσπασματικές γνώσεις, ως εμπόρευμα για κατανάλωση στις εξετάσεις, ενώ την ίδια ώρα ρίχνει το κύριο βάρος στην αναζήτηση μεθόδων, ευκολιών, «κόλπων», σχηματοποιήσεων.
                Παράλληλα ο όγκος της διδακτέας ύλης, η προβολή των επιδόσεων και των εξετάσεων σε αυτοσκοπό, ο κατακερματισμός των γνώσεων μαζί με την απόσπαση των πληροφοριών από το θεωρητικό τους θεμέλιο, η μετατροπή του υποτιθέμενου «κρίσιμου πυρήνα κάθε μαθήματος» σε εργαλειακές γνώσεις, οδηγούν με τη σειρά τους στην επιτέλεση νοητικών πράξεων, χωρίς κατανόηση και κριτική του γνωστικού συνόλου.
                Την ίδια ώρα η φτώχεια και η ανεργία από τη μια, στις οποίες έχει καταδικαστεί από τις μνημονιακές πολιτικές, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, και το άνυδρο τοπίο στην αγορά εργασίας από την άλλη, λιπαίνουν το έδαφος της παραίτησης για μεγάλα τμήματα μαθητών.
           Η εκπαιδευτική ανισότητα φαίνεται να έχει όχι μόνο κοινωνικά αίτια αλλά και θεμελιώδη κοινωνική λειτουργία. Ωστόσο, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι είναι η παραγωγική διαδικασία στη συνάρθρωσή της με τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα αυτό το σχολείο. Κοντολογίς, αν το σχολείο αναπαράγει στους κόλπους του τη διαίρεση χειρωνακτικής / πνευματικής εργασίας, τούτο συμβαίνει γιατί το σχολείο, από την ίδια του την καπιταλιστική φύση, είναι ήδη συνολικά τοποθετημένο σε σχέση με τη διαίρεση χειρωνακτικής / πνευματικής εργασίας που το ξεπερνά και του καθορίζει το ρόλο του.
ΙΣΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΕ ΑΝΙΣΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ;
                Από την άλλη το να κατακρίνουμε την ανισότητα των ευκαιριών απέναντι στο σχολείο δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ασκούμε σκληρή κριτική στον πυρήνα του υπαρκτού σχολείου. Η επίκληση - διεκδίκηση "πραγματικής" αξιοκρατίας - ισότητας ευκαιριών στην εκπαίδευση, στην περίπτωση που γίνεται κυρίαρχο αίτημα των μη προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, δεν είναι παρά μια φενάκη, εφόσον η αξιοκρατική επιλογή, επιτρέπει στον εκπαιδευτικό μηχανισμό να ανταποκριθεί στα αναπαραγωγικά καθήκοντα, στα πλαίσια των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας που περιορίζουν τα όποια περιθώρια ταξικής κινητικότητας μέσα από την εκπαίδευση . Είναι άλλης ποιότητας ζήτημα βέβαια να καταδεικνύουμε - αποκαλύπτουμε τον αστικό μύθο του "δικαιώματος όλων στη μόρφωση". Η διεκδίκηση όμως της ισότητας ευκαιριών και μέσω αυτών της κοινωνικής κινητικότητας, όταν γίνεται ο κύριος στόχος, σημαίνει στην πράξη να έχουν όλα τα παιδιά, χάρη στην εκπαίδευση, ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε άνισες κοινωνικές θέσεις. Σημαίνει ότι θέτουμε την αρχή της ισότητας στην εκπαίδευση και αναγνωρίζουμε ταυτόχρονα, σιωπηλά, τη νομιμότητα της αρχής της κοινωνικής ανισότητας. Σημαίνει ότι έχουμε αποδεχτεί όχι μόνο την κοινωνική λειτουργία της εκπαίδευσης αλλά και τον ίδιο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τις κοινωνικές σχέσεις που συνεπάγεται και από τις οποίες πηγάζει. Ας θυμηθούμε εξάλλου ότι ακόμα και στην παράλογη υπόθεση όπου, με μέσο την εκπαίδευση, όλα τα παιδιά των κυρίαρχων στρωμάτων θα καταλάμβαναν τις θέσεις των εργατών και όλα τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων θα καταλάμβαναν τις ανώτερες θέσεις, τίποτε το ουσιαστικό δεν θα άλλαζε στο καπιταλιστικό σύστημα, γιατί θα υπήρχαν πάντα θέσεις ιεραρχημένες, πράγμα που αποτελεί και την κύρια πλευρά της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων.