ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Ο Δεκέμβρης του 1944 μέσα από την λογοτεχνία


Ο Δεκέμβρης του 1944 μέσα από την λογοτεχνία


Για το Δεκέμβρη του ΄44 εκτός από την ιστοριογραφία,  μίλησε, με τον δικό της τρόπο, και η λογοτεχνία, ως μια ιδιαίτερη ―και γι’ αυτόν τον λόγο εξαιρετικά ενδιαφέρουσα― ιστορική πηγή. Η ιστορικός Ανδρονίκη Π. Χρυσάφη, συγκεντρώνοντας μερικές από τις πιο εύλογες φωτογραφίες των γεγονότων και σταχυολογώντας αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα προυσιάζει και αυτή την πλευρά των Δεκεμβριανών.
Οι περισσότερες φωτογραφίες προέρχονται από τον φακό του Ουκρανού φωτογράφου Ντιμίτρι Κέσελ, που βρισκόταν στην Αθήνα ως ανταποκριτής του περιοδικού «Life». Κατέφθασε στην Αθήνα με τα βρετανικά στρατεύματα τον Οκτώβρη 1944 και, χάρη στην ετοιμότητα και την ψυχραιμία του, αποθανάτισε τον τραγικό Δεκέμβρη της Αθήνας.
Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν αντίδραση κομμουνιστών. Ήταν η αγανάκτηση των παιδιών της γαλαρίας που έβλεπαν τους συντρόφους τους και τα όνειρά τους στα φέρετρα, από σφαίρες που ΄ρίξαν δωσίλογοι και φασίστες, φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης. Και όλα αυτά τα ελληνικά αποβράσματα με την επίσημη στήριξη του νεαρού τότε κράτους είχανε έναν εχθρό: την ψυχή των παιδιών της γαλαρίας.
Μάνος Χατζιδάκις
Μας ειδοποίησαν να κατεβούμε σε διαδήλωση. Και αν σας πω όχι ότι μας ειδοποίησαν, θαρρείς και ο κόσμος κατέβηκε μόνος του. Όμως οι Άγγλοι αυτό προετοίμαζαν, θέλαν την ένοπλη σύγκρουση. Αλλά εμείς δεν ξέραμε. Κατέβηκε ο κόσμος με σημαίες, με συγκίνηση, φωνάζοντας. Κείνο το χτύπημα, κείνη η μέρα, Κυριακή 3 του Δεκέμβρη, μας ξάφνιασε. Πολύς κόσμος είχε κατέβει με τα παιδιά του, τόσο δεν το περίμενε. […] Γύρω γύρω μάς είχαν περιτριγυρίσει οι αστυφύλακες. Ο κόσμος φώναζε. Ξαφνικά, σε μια στιγμή ακούμε πυροβολισμούς.
Θόδωρος Αγγελόπουλος, «Ο Θίασος» (σενάριο, μονόλογος Ε. Κοταμανίδου) 
Έλεγα κάποτε, το αίμα / φέρνει το αίμα κι άλλο αίμα— / το πήραν για παράσταση / σαλτιμπάγκων, / άχρηστα παραμύθια.
Γ. Σεφέρης, «Γυμνοπαιδία, ΥΓ» ( για τα Δεκεμβριανά, Γενάρης 1945)
Βρετανικά άρματα και πεζικό εισβάλουν στα κεντρικά γραφεία του ΕΑΜ,
στην οδό Κοραή, απέναντι από το Πανεπιστήμιο. 6-12-44
ΕΓΓΟΝΟΣ: Με τα ψέματα των ψεμάτων. Οι Δεκεμβριστές δεν ήθελαν τα Χειμερινά Ανάκτορα. Πόντους ήθελαν να κερδίσουν στο νέο σκηνικό.
ΓΙΑΓΙΑ: Ψέματα κάποτε.
ΕΓΓΟΝΟΣ: Με τα ψέματα που νανούρισαν γενεές γενεών. Για να πιέσετε τη Μοσχούλα που σας είχε κλασμένους.
ΓΙΑΓΙΑ: Η μαμά μου δεν είναι αυτό.
ΕΓΓΟΝΟΣ: Η Μοσχούλα όμως ήταν αυτό.
ΓΙΑΓΙΑ: Η μαμά σου;
ΕΓΓΟΝΟΣ: Τη μαμά άσ’ τη στην ησυχία της: Που όλο τον Δεκέμβρη η Ισβέστια και η Πράβδα γράψανε κάτι ψιλά πλάι στα φαρμακεία και στις κηδείες.
ΓΙΑΓΙΑ: Η μαμά σου δεν ήταν αυτό.
ΕΓΓΟΝΟΣ: Λες και στην Αθήνα οι άλλοι πολεμούσαν με τα μολυβένια στρατιωτάκια του Άντερσεν.
Μ. Φάις, «Πορφυρά Γέλια»
Από τη διαδήλωση της 4ης Δεκεμβρίου.
Το πανό είναι βαμμένο με το αίμα των νεκρών της πρώτης ημέρας
Από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα ένας κόσμος γονατισμένος να τραγουδάει το «Επέσατε θύματα…». Κι άρχισε ο Δεκέμβρης. Τριάντα τρεις μέρες… Νιώθω σαν να είμαι οπερατέρ και γυρίζω καρέ καρέ τις στιγμές της φρίκης.
Άλκη Ζέη, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»
Στρατιώτης του Βρετανικού 5ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών καλύπτεται σε δρόμο της Αθήνας.
18 Δεκέμβρη 1944
Έτσι ήρθε τότε εκείνη η Πέμπτη. Η 7 του Δεκέμβρη 1944. Είχαν έρθει κι Εγγλέζοι τότε μες στην Αθήνα για να τη σεργιανίσουνε. Ήτανε μια μεγάλη μάχη. Ο δρόμος λέγονταν η οδός Άνδρου. Πόσες φορές πόσοι δεν την πέρασαν μ’ ένα ταψί απ’ το φούρνο. Την περνούσανε χρόνια. Πόσα παιδάκια με ξυλίκι δεν πήρανε τη φόρα τους πάνω σ’ εκείνον τον ανήφορο. Ήταν ήσυχος δρόμος. Κείνη τη μέρα όμως εστοίχειωσε. Είχαν έρθει και τον κατοίκησαν πολλοί διαόλοι από τον κάτω κόσμο. Είχανε φτιάσει στέκι τους στην οδός Άνδρου οι χωροφύλακες. Ήταν ζωσμένοι από χακί κι από σκληρό καπέλο, τα δυο πράματα εκείνα που ’καναν την Αθήνα στον ύπνο και στον ξύπνιο της να τρέμει και να δέρνεται από δω κι οχτώ χρόνια. Οχτώ χρόνια συνέχεια.
Αξιώτη Μέλπω, «Ανάμνηση»
Της υπόσχεται μόλις λευτερωθούνε / με το καλό θα ήθελε να παντρευτούνε / Εδώ μπαίναν στην Αθήνα οι Εγγλέζοι / δώστου εκείνος για παντρειά / να την πιέζει.
Β. Νικολαΐδης, «Η ιστορία της Μαρίας» (στίχοι τραγουδιού)
Στο σχολείο, στην αυλή. Μπροστά μπροστά κάτω ξαπλωμένη η Αλίκη γεμάτη αίματα, το πόδι της κρέμεται, το κρατάει με τα δυο της χέρια. Ουρλιάζει. Στην αυλή κεραμίδια, σίδερα, άνθρωποι, όλα ανάκατα. Μέσα από το μισογκρεμισμένο κτίριο δυο νεαροί κρατάνε μια κοπέλα, άλλος από τους ώμους, άλλος από τα πόδια. Την έχουν σκεπάσει με ένα παλτό. […] Πάμε με τα πόδια, δεν έχει συγκοινωνία. Περπατάμε σε μια άγνωστη πόλη. Στη μέση του δρόμου, στην άσφαλτο, σκάνε σφαίρες και κομμάτια σίδερα. Ατέλειωτος δρόμος.
Άλκη Ζέη, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»
Μέσα απ’ τον τοίχο που έσκασε η μπόμπα / βλέπει ένα σιντριβάνι από χρυσό / ο κόσμος λιώνει σαν δωμάτιο με σόμπα / κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό
Δ. Σαββόπουλος, «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη» (στίχοι τραγουδιού)

Τι απότομη, ριζική αλλαγή είχε συντελεστεί στην ψυχή του; Η μόνη, έλεγα, εξήγηση θα είταν η ολοκληρωτική αναστάτωση που είχε προκαλέσει, όχι μόνο στη ζωή της κοινωνίας, μα στα βάθη της ύπαρξης του κάθε ατόμου, το συντριπτικό γεγονός του μεγάλου πολέμου που μας τράνταζε ακατάπαυστα — το γεγονός που θρυμμάτιζε μέσα μας συνήθειες, συναισθήματα, ιδέες, όλον το σχηματισμένο εαυτό μας, κι έβγαζε στο φως άγνωστα τέρατα από το βυθό της ψυχής, πάθη, αγριότητες, έξαρση και πίστη.
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ασθενείς και Οδοιπόροι»
Άμαχοι ως όμηροι
Την ημέρα εκείνην είχα διατάξει και είχον συλληφθή περί τα είκοσι άτομα, τα οποία εκρατούσαμε εις την Πολιτοφυλακήν. Κατά τη μεσημβρίαν ήρχισε σχετική επιχείρησις από την Ρίμινι και, φοβούμενοι ημείς μήπως μας φύγουν, διέταξα πέντε άνδρες της Πολιτοφυλακής με επί κεφαλής τον Παρασκευόπουλον και τους μετέφεραν εις την Ν. Ελβετίαν και τους παρέδωσαν εις τον Πέτρον τον διαμερισματάρχην. Μετά έμαθον από τους ίδιους κρατουμένους που είχαμε ότι από τους είκοσι κρατουμένους άφησαν τους δέκα επτά, τους δε τρεις τους εκράτησαν, και τον Μαγουλάν έμαθα από τους άνδρες της Πολιτοφυλακής ότι τον εξετέλεσαν εις άγνωστον εις εμέ μέρος.
Μάνος Ελευθερίου, «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές»
Μέσα Δεκέμβρη ήταν, τις ημέρες που συμπτύχθηκε ο ΕΛΑΣ από όλη τη νοτιοδυτική Αθήνα. Το κρύο δάγκωνε. Μαζί με τον ΕΛΑΣ φύγαμε κι εμείς. Είχανε μείνει τώρα πια δώδεκα πολιτοφύλακες και τρεις χήρες χωροφυλάκων. Είχαν σηκώσεις τους άνδρες τους την προηγούμενη. Με το πρόσχημα ότι τα εγγλέζικα τανκς πλησίαζαν, τους πήγαμε σε ένα άλλο κτίριο όπου μαγειρεύαμε, κι εκεί τους ανέλαβαν οι εκτελεστές.
Μ. Φάις, «Πορφυρά Γέλια»
Φωτο: Βούλα Παπαϊωάννου. Οδοφράγματα στο κέντρο της Αθήνας
Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά. / Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι, / Λικνίζει κάτου απ΄ το Δρυ και την Ιτιά / το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.
Ν. Καββαδίας, «Αντίσταση»
Αν θυμάμαι σωστά, πρόκειται για κάποιον στενό δρόμο, σε μια συνοικία της Αθήνας. Ένα αγγλικό βαρύ άρμα μάχης, αμερικάνικης κατασκευής, ένα τανκ Σέρμαν, όπως τα έλεγαν, απ’ αυτά που ανήκαν στην 23η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, κι ήταν απρόσβλητο από τον διαθέσιμο, αρχαϊκό εξοπλισμό του ΕΛΑΣ, εισβάλλει στον δρομάκο και θερίζει ό,τι βρίσκει μπροστά του επί μέρες.
Γιατί, όμως, επί μέρες; Γιατί μένει εκεί και δεν φεύγει; Επειδή, απλούστατα, το άρμα των τριάντα τόνων έχει σφηνωθεί μες το στενάκι, και στέκεται έτσι εκεί κοκαλωμένο, χωρίς να μπορεί να μετατοπιστεί, ούτε μπρος ούτε πίσω. Και το μόνο που ξέρει να κάνει πια, είναι να ξερνάει φωτιές από την μπούκα κι από τα παραθυράκια του, όπως ο δράκος του παραμυθιού.
Β. Ραυτόπουλος, «Η πιο κρυφή πληγή»
Μαχητές του ΕΛΑΣ
Επειδή είχε μπει απρόσκλητος στη συνεδρίαση του γενικού επιτελείου του ΕΛΑΣ και τους είχε πει αυτοελξεί ότι με «λιανοντούφεκα δεν κερδίζονται πρωτεύουσες». Εφόσον είχε τόσο έντονα διαφωνήσει με την επίσημη γραμμή, έπρεπε ίσως να αποδείξει έμπρακτα, με χειροπιαστό κόστος, την αφοσίωσή του στο κόμμα.
Χ.Α. Χωμενίδης , «Νίκη»
Βρετανική περίπολος προσπερνά πτώματα κρατουμένων που είχαν προσπαθήσει
να δραπετεύσουν από τις φυλακές Αβέρωφ
Τον Δεκέμβρη του ΄44 τον συνέλαβε η ΟΠΛΑ και τον πήγε στο Περιστέρι για εκτέλεση. Με θυμάμαι να τριγυρίζω, κρατώντας τη μητέρα μου από το χέρι, όλο το Περιστέρι ―που ήταν γεμάτο πτώματα― για να βρούμε τον πατέρα μου. Περάσαμε μερικές τραγικές ημέρες. η μάνα μου έκλαιγε συνέχεια… Και κάποια μέρα, τέλος του Δεκέμβρη, όταν πια οι Άγγλοι είχαν υπερισχύσει, είχαν κερδίσει την Αθήνα, έτσι όπως έπαιζα στον δρόμο με τους φίλους μου ―παίζαμε με κάλυκες από σφαίρες τότε―, τον είδα να ΄ρχεται από το βάθος του δρόμου. Περπατούσε αργά… τον είχαν απελευθερώσει οι Άγγλοι κάπου κοντά στη Θήβα, είχε περπατήσει μέσα στα χιόνια… έτρεξα και το είπα στη μητέρα μου και θυμάμαι τη συνάντησή τους στη μέση του δρόμου. Ήταν τέτοια η συγκίνηση που δεν μιλούσε κανένας. Μπήκαμε στο σπίτι, καθήσαμε γύρω απ΄ το τραπέζι ―κανένας δεν μιλούσε―, η μητέρα μου έφερε σούπα κι αρχίσαμε να τρώμε χωρίς να μιλάμε. Αυτή είναι η πρώτη σκηνή της «Αναπαράστασης»
Θόδωρος Αγγελόπουλος, σκηνοθέτης (απόσπασμα  συνέντευξης)
Το πτώμα του κουρέα το έσυρε αργότερα με χίλια ζόρια η γιαγιά μου στην αυλή μας και το σκέπασε με μια κουβέρτα. Δεν το ΄φερε παραμέσα, για να προστατεύσει, υποθέτω, το παιδί από τη θέα του. Ώσπου να εμφανιστεί, κατά το σούρουπο, η μάνα του να το παραλάβει, (ένας εξάδελφός της τη συνόδευσε και φόρτωσε τον νεκρό σε ένα καρότσι), το δόλιο το αγοράκι δεν έβγαλε κιχ. Κιχ…
Χ.Α. Χωμενίδης , «Νίκη»
Αφίσα του ΕΑΜ
Τα κορίτσια που’χαν πρώτα Ιταλούς, / τα κορίτσια που’ χαν πρώτα Γερμανούς / τώρα έχουν εγγλεζάκια με κοντά παντελονάκια / κι από πίσω ένα σύνταγμα Ινδούς.
(στίχοι δημοφιλούς τραγουδιού)
Σφυροκοπούσαν οι Εγγλέζοι και οι «Μοναρχοφασίστες» από τη λεωφόρο Συγγρού και από την Ακρόπολη. Από τις δώδεκα μονάχα έως τις τέσσερις κάθε απόγευμα, κατέπαυε το πυρ, για να βγει ο κόσμος να προμηθευτεί τρόφιμα και νερό.
Χ.Α. Χωμενίδης , «Νίκη»
Ομάδες του ΕΛΑΣ
Είχαμε μια βδομάδα να τον δούμε και δεν ξέραμε αν ήταν ζωντανός ή πεθαμένος. Την εποχή εκείνη εμαίνοντο οι μάχες στους δρόμους. Η Αθήνα ήταν χωρισμένη σε δύο περιοχές. Στη μία ήταν οι Ελασίτες και στην άλλη οι Εγγλέζοι και οι Εθνοφύλακες. Σε μερικές πολυκατοικίες ήταν ταμπουρωμένοι οι Ελασίτες, σε άλλες ομάδες «εθνικοφρόνων», και νύχτα-μέρα κελαϊδούσαν τα οπλοπολυβόλα. Κι όπως έτρεχε από πόρτα σε πόρτα για να φτάσει στο σπίτι, αισθάνθηκε ξαφνικά έναν σουβλερό πόνο κάτω απ’ το γόνατο. Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε.
Κώστας Ταχτσής, «Το τρίτο στεφάνι»
Και με το μίσος περνάει ο καιρός. Εκείνο το μισόγυμνο γυναικείο σώμα που της αποδόθηκε δεν ήταν το δικό της. Εκείνο το μελανιασμένο από το μαστίγιο και τις κλωτσιές σώμα, με τη χαριστική σφαίρα στον κρόταφο, δεν είχε πάνω του τίποτα δικό της. Το σώμα ήταν μιας άλλης γυναίκας. Το βρήκαν τριάντα μέρες μετά τον θάνατό της σκεπασμένο με κλαδιά και πέτρες σ΄ ένα χαντάκι. Σώμα γεμάτο πληγές, με τα σκουλήκια να ΄χουν αρχίσει το έργο τους, παρ’ όλη την παγωνιά που είχε κρυσταλλώσει το χιόνι ολόγυρα στα δέντρα και στους θάμνους. Το βρήκαν ανάμεσα σε δεκάδες άλλα γυμνά ή μισόγυμνα σώματα νέων ανδρών και γυναικών, με τα μισοκομμένα από μπαλτά κεφάλια τους, που έχασκαν πάνω στο ματωμένο χορτάρι.
Μάνος Ελευθερίου, «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές»
Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από:
• Αγγελόπουλος Θόδωρος, «Ο Θίασος» (σενάριο ταινίας), 1975
• Θόδωρος Αγγελόπουλος (σκηνοθέτης ) συνέντευξη στον Κ.Α. Θεμέλη, για το «Περιοδικό», Αύγουστος 1989.
• Αξιώτη Μέλπω, Ανάμνηση, χρονογράφημα στο «Ελεύθερα Γράμματα», Μάιος 1945
• Ελευθερίου Μάνος, «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές», Μεταίχμιο, 2006
• Ζέη Άλκη, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», Μεταίχμιο, 2013
• Θεοτοκάς Γιώργος, «Ασθενείς και Οδοιπόροι», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2005
• Καββαδίας Νίκος, «Αντίσταση», από το «Μέλπω Αξιώτη, Ποιήματα», Κέδρος, 2001
• Νικολαΐδης Βασίλης, «Η ιστορία της Μαρίας», στίχοι από το «Ελλάς», 1984
• Ραυτόπουλος Βαγγέλης, «Η πιο κρυφή πληγή», Ίκαρος, 2012
• Σαββόπουλος Διονύσης, «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη», στίχοι από την «Ρεζέρβα», 1979
• Σεφέρης Γιώργος, «Γυμνοπαιδία, ΥΓ», Γενάρης 1945.
• Ταχτσής Κώστας, «Το τρίτο στεφάνι», Ερμής, 5η έκδοση, 1974
• Φάις Μισέλ, «Πορφυρά Γέλια», Πατάκης, 2010
• Χωμενίδης Χ.Α., «Νίκη», Πατάκης, 2014
Πηγή: tvxs.gr