ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Όπου φτωχός και η μοίρα του - Οι πλούσιοι ζουν μια δεκαετία περισσότερο από τους μη έχοντες


Όπου φτωχός και η μοίρα του

Οι πλούσιοι ζουν μια δεκαετία περισσότερο από τους μη έχοντες

Το ότι οι πλούσιοι ζουν καλύτερα σε ό,τι αφορά τα ποιοτικά στοιχεία της διαβίωσής τους, καθώς έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν υψηλότερου επιπέδου υπηρεσίες παιδείας, υγείας, ψυχαγωγίας, στέγασης και πολλές ακόμα ευκολίες, είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο. Αυτό όμως που δεν είχε αποδειχθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον σε απόλυτους αριθμούς, είναι ότι οι πλουσιότερες κοινωνικές ομάδες ζουν περισσότερο από τις φτωχότερες. Και μάλιστα πολύ περισσότερο.

Έρευνα, την οποία εκπόνησαν επιστήμονες του πανεπιστημίου Imperial του Λονδίνου, αποκαλύπτει ότι το χάσμα στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ των πιο εύρωστων και των πιο στερημένων κοινωνικών στρωμάτων αυξήθηκε από έξι χρόνια που ήταν το 2001 σε οκτώ το 2016 για τις γυναίκες και από εννέα σε δέκα για τους άνδρες.

Δηλαδή αποδεικνύεται ότι οι φτωχότεροι πεθαίνουν σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα από τους πλουσιότερους, γεγονός που γεννά ανησυχία ότι οι περικοπές στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και η αύξηση στο κόστος διαβίωσης θέτουν τους πιο ευάλωτους «μακριά από τα συλλογικά οφέλη», όπως υπογραμμίζει δημοσίευμα του «Independent».

Οι γυναίκες στις πιο στερημένες κοινότητες το 2016 ζούσαν κατά μέσον όρο ώς τα 79 τους χρόνια σε σύγκριση με 87 χρόνια που ήταν η αντίστοιχη ηλικία για την πιο εύρωστη κοινωνική ομάδα, ενώ για τους άνδρες το προσδόκιμο ήταν 74 χρόνια για τους πιο φτωχούς και 84 για τους πιο πλούσιους.

«Ταξικές» ασθένειες

Τα συμπεράσματα των επιστημόνων δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Lancet Public Health. Από την ίδια έκθεση προκύπτει ότι το προσδόκιμο για τις φτωχότερες γυναίκες στην Αγγλία έχει μειωθεί τα τελευταία επτά χρόνια κατά τρεις μήνες.

Τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας ήταν επίσης σχετικώς υψηλότερα μεταξύ των φτωχότερων κοινοτήτων με τα πιο φτωχά παιδιά να έχουν 2,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πριν ενηλικιωθούν σε σχέση με τους συνομηλίκους τους από πλούσιες οικογένειες.

Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι στην κατηγορία των πιο φτωχών καταγράφονται υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από όλες τις ασθένειες, αλλά κάποιες ασθένειες εμφανίζουν έντονη διαφορά μεταξύ φτωχών και πλουσίων – κυρίως ασθένειες του αναπνευστικού, καρδιακά νοσήματα, πνευμονολογικά νοσήματα, άνοια και καρκίνος του πνεύμονα και του οισοφάγου.

Πιο ανοιχτοχέρηδες οι φτωχοί

Παρότι όμως οι φτωχοί άνθρωποι ζουν λιγότερο και κινδυνεύει η ζωή τους περισσότερο από σοβαρά νοσήματα, καθώς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αντιμετωπίσουν όπως οι πλούσιοι, είναι πιο πρόθυμοι να μοιραστούν τα (όποια) πλούτη τους από ό,τι οι πιο ευκατάστατοι και ανώτερου «στάτους» άνθρωποι.

Αυτό δείχνει μια νέα επιστημονική μελέτη, που βασίστηκε σε μια σειρά από οικονομικά παίγνια, στα οποία οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες (μία υψηλού και μία χαμηλού «στάτους») και κλήθηκαν να παίξουν με πραγματικά χρήματα.

Με βάση μια σειρά από διαφορετικά «σενάρια», κάθε εθελοντής αποφάσιζε πόσα χρήματα θα κρατήσει για τον εαυτό του και πόσα θα προσφέρει σε ένα κοινό ταμείο, τα χρήματα του οποίου μετά θα μοιράζονταν σε όλους ισότιμα.

Όσοι ανήκαν στην «ανώτερη» κοινωνικοοικονομική ομάδα ξεκινούσαν με περισσότερα χρήματα (όπως συμβαίνει και στον πραγματικό κόσμο), ενώ όσοι βρίσκονταν στην «κατώτερη» ομάδα είχαν λιγότερα χρήματα εξαρχής. Η κατανομή των συμμετεχόντων στις δύο ομάδες δεν ήταν σταθερή, αλλά άλλαζε συνεχώς, είτε στην τύχη (με κλήρωση) είτε ανάλογα με την προσπάθεια που κατέβαλλε κάποιος στο παιχνίδι (οπότε «δικαιωματικά» ανήκε στην προνομιούχα ομάδα).

Το κοινωνικό πείραμα έδειξε κατά βάση δύο πράγματα:

● Πρώτον, ότι όσοι ανήκαν στη χαμηλή κοινωνικοοικονομική τάξη (που δεν ήταν πάντα οι ίδιοι) συνεισέφεραν περισσότερο στο κοινό ταμείο από όσους ανήκαν στην ανώτερη τάξη.

● Δεύτερον, ότι οι προνομιούχοι ήταν ακόμη πιο απρόθυμοι να συμβάλουν στο κοινό ταμείο όταν είχαν κερδίσει τον πλούτο τους με προσωπική προσπάθεια και όχι από τύχη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Μάγδα Όσμαν του πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό κοινωνικής ψυχολογίας «Basic and Applied Social Psychology», τόνισαν ότι η μελέτη δείχνει εργαστηριακά πως όταν ένας άνθρωπος αποκτά περισσότερο πλούτο είναι πιο απρόθυμος να τον μοιρασθεί, πολύ περισσότερο αν τον έχει αποκτήσει με προσπάθεια.

Δεν αρκεί η κατανόηση

Όπως είπε η Όσμαν, «για τα άτομα υψηλού στάτους, ο τρόπος απόκτησης του πλούτου μέσω τύχης ή προσπάθειας φαίνεται να είναι ο παράγων - κλειδί που καθορίζει το επίπεδο συνεργασίας με άλλους. Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τα άτομα χαμηλού στάτους, για τα οποία ο τρόπος που βρέθηκαν σε αυτό το επίπεδο δεν επιφέρει κάποια διαφορά στη συμπεριφορά τους».

«Αν έχεις κερδίσει το ανώτερο επίπεδό σου μέσω προσπάθειας μάλλον παρά μέσω τύχης, είναι ακόμη πιο πιθανό να θέλεις να διατηρήσεις αυτά που έχεις. Όταν έχεις λίγα, μια προφανής στρατηγική για να τα αυξήσεις είναι μέσω συνεργασίας. Ένα συμπέρασμα από αυτό είναι ότι, ακόμη κι αν κάποιος εμφανίζεται πρόθυμος για συνεργασία, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι το κάνει μόνο για αλτρουιστικούς λόγους» πρόσθεσε η ίδια.

Η μελέτη, επίσης, δείχνει ότι οι μη προνομιούχοι δεν μπορούν να αρκεστούν στην καλή θέληση, στην κατανόηση και στην ενσυναίσθηση των προνομιούχων για να βελτιώσουν τη θέση τους. Τα πειράματα έδειξαν ότι αυτός ο τρόπος δεν «πιάνει».

«Το άλλο απρόσμενο εύρημα είναι ότι η ενσυναίσθηση δεν έχει σχεδόν καμία επίπτωση στην προώθηση της συμπεριφοράς υπέρ του κοινωνικού συνόλου, με άλλα λόγια δεν είναι ικανή να παρακινήσει τους έχοντες να συνεισφέρουν αρκετά χρήματα στο κοινό ταμείο. Αυτό που δείχνει η μελέτη είναι ότι, όταν πρόκειται για χρήματα, η ενσυναίσθηση ουσιαστικά δεν παίζει κανέναν ρόλο στη βελτίωση της κοινωνικής συμπεριφοράς».

 ΠΗΓΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2049 στις 29-11-2018