Μόνο με βάση τα παραπάνω κατανοεί κανείς την απόλυτη σφοδρότητα με την οποία η X βάλλεται -μεταφορικά και κυριολεκτικά- από το ΕΑΜ. Ο κύκλος του αίματος ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1943, όταν η έντονη εαμική δράση σε συνοικίες που οι «εθνικιστές» είχαν αξιοσημείωτη παρουσία, έφερε συγκρούσεις που σύντομα πήραν ένοπλο χαρακτήρα. Η πρώτη αψιμαχία καταγράφηκε στα Πετράλωνα την 1η Νοεμβρίου του 1943, όταν «ομάδα εθνικιστών» με επικεφαλής τον Ιωάννη Λιακόπουλο επιτέθηκε στον έρανο της ΚΟΑ, ενώ τρία μέλη της ΕΠΟΝ τραυματίστηκαν δύο βδομάδες αργότερα σε νέα συμπλοκή στα Πετράλωνα. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν απόλυτα ενήμερο πως τα ένοπλα μέλη της X προστατεύονταν προκλητικά από την Αστυνομία, σε μια εποχή που οι συλλήψεις και εκτελέσεις κομμουνιστών πολλαπλασιάζονταν, ενώ η ναζιστική τρομοκρατία τιμωρούσε με θάνατο ακόμα και την υποψία οπλοκατοχής. Το βράδυ της 21ης Νοεμβρίου, μια ομάδα του ΕΛΑΣ Εξαρχείων πέταξε χειροβομβίδα και πυροβόλησε εναντίον συνεργείου της X που έγραφε συνθήματα για τον εορτασμό της επετείου της πτώσης της Κορυτσάς στην οδό Μαυρομιχάλη, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά τρεις Χίτες. Και οι τρεις τραυματίες περισυλλέγησαν μέσως από αστυνομικούς του Ε’ Παραρτήματος Ασφαλείας (Εξάρχεια) και μεταφέρθηκαν έγκαιρα σε νοσοκομεία και κατόπιν στα σπίτια τους.
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εαμική αντίσταση και τους «συνεργάτες των συνεργατών» χαράσσεται ανεπίστρεπτα από την ΟΠΛΑ. Στις 3 Νοεμβρίου 1943 τραυματίζεται θανάσιμα από αγνώστους στου Γκύζη, η 27χρονη Μαγδαληνή Χαρμπούρα, αδελφή ενός ανθυπασπιστή και δραστήριου μέλους της οργάνωσης, ενώ την αμέσως επόμενη (1 Δεκεμβρίου) εκτελέστηκε έξω από το σπίτι του στο Κολωνάκι ο εύελπις και φοιτητής του Πολυτεχνείου, Ηλίας Ρογκάς. Έκτοτε ξεκινά ένας ατέλειωτος κύκλος εκδικήσεων και αντεκδικήσεων. Στους έντεκα μήνες που μεσολαβούν από τον Νοέμβριο του 1943 έως τον Οκτώβριο του 1944, συνολικά 51 μέλη της οργάνωσης φέρονται ως δολοφονημένοι από την ΟΠΛΑ. Είναι ενδιαφέρον πως οι 33 από αυτούς έχουν ημερομηνία θανάτου μετά τον Ιούλιο του 1944, όταν πια στην Αθήνα διεξάγεται ολοκληρωτικός πόλεμος χωρίς κανόνες και αιχμαλώτους, με σχεδόν καθημερινά μπλόκα και ένοπλες συμπλοκές, μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις από τους Γερμανούς, τους Ευζώνους, την Ειδική και το Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας («μπουραντάδες») στις κόκκινες» συνοικίες. Από τη συνδυαστική μελέτη του καταλόγου με τις υπάρχουσες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, προκύπτει πως οκτώ από τους «ηρωικούς νεκρούς της X» ήταν τη στιγμή του βίαιου θανάτου τους, οργανικά ενταγμένοι στη Δίωξη Κομμουνισμού της Ειδικής Ασφάλειας (Κυριάκος Μπορίτσας, Παύλος Περιστεριώτης, Δημήτριος Γυφτοδήμος, Αλέξανδρος Κυτσίρης, Γιώργος Φόης, Ευθύμιος Πίπας, Βασίλειος Πίπας, Ανδρέας Μπαρτσάλας), ενώ τρεις ακόμη υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στα Τάγματα Ασφαλείας της πρωτεύουσας (Κωνσταντίνος Μανωλάκος, Αλκίνοος Πετρόπουλος, Ανδρέας Κολλάρος). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξοντώθηκαν ακόμη οι προγραμμένοι από το ΕΑΜ, ευέλπιδες Θωμάς Γλεγλάκος (αρχηγός της X στα Μανιάτικα του Πειραιά), Αντώνης Περράκης, Θεόδωρος Δημητριάδης και ο πιο δραστήριος διώκτης και φερόμενος ως βασανιστής εαμιτών στις ανατολικές συνοικίες, Νίκος Παπαγεωργίου, «το πιο ανθρωπόμορφο τέρας που γέννησε η φύση».
Αν και πολιορκημένη στα στενά του Θησείου και των Πετραλώνων και στο τριώροφο σπίτι της οικογένειας Παπαγεωργίου στο Παγκράτι, η X πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, όποτε της δίνεται ευκαιρία. Στις 21 Αυγούστου 1944 ο Λύσανδρος Μουράτωφ, οργανωτικός υπεύθυνος στο ΕΑΜ Αθήνας βρίσκεται δολοφονημένος και με ίχνη βασανισμού σε ένα δρόμο του Θησείου. Ομάδες κρούσης και ελεύθεροι σκοπευτές εκατέρωθεν σημάδευαν «στο σταυρό», ενώ ρίψεις χειροβομβίδων, ξυλοδαρμοί, απαγωγές, εικονικές και πραγματικές εκτελέσεις συνέθεταν το σκηνικό ενός ανειρήνευτου πολέμου ο οποίος μαινόταν όσο οι Γερμανοί έχαναν τον έλεγχο ακόμα και των κεντρικότερων σημείων του πολεοδομικού συγκροτήματος. «Στους δρόμους κάτω από το ναό τον Θησείου, οι ένοπλοι της X αντάλλασσαν πυρά με τα περίπολα του ΕΛΑΣ κι έπαιρναν μέρος σε σημαίνουσες επιχειρήσεις πλάι στα Τάγματα Ασφαλείας. ‘Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, μ’ αυτούς που θα τον φέρουν πίσω’. Έτσι εκτιμούσε το πιστεύω τους ένας παρατηρητής». Στις 8 και 9 Οκτωβρίου έγιναν σφοδρές επιθέσεις του ΕΑΑΣ με πολλούς νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Στις 11 Οκτωβρίου, ο Γρίβας έκανε τη συνηθισμένη διαδρομή με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο από το γραφείο της Κριεζώτου προς το Θησείο μέσω της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όταν από τα στενά της Πλάκας εμφανίστηκε μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών και πυροβόλησε με αυτόματα εναντίον του αυτοκινήτου. Ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα και ο Γρίβας -που σώθηκε χωρίς γρατζουνιά- ανταπέδωσε τα πυρά με το πιστόλι του φωνάζοντας στους συνεπιβάτες του: «Μην φοβάστε, είναι κομμουνιστές με γερμανικές στολές!». Ήταν η πρώτη και τελευταία απόπειρα της ΟΠΛΑ να σκοτώσει τον αρχηγό της X.
Αποτέλεσμα εικόνας για οργανωση Χ
Η «χρυσή εφεδρεία» του κυβερνητικού στρατοπέδου
Το ότι η οργάνωση απέφυγε το στίγμα του δοσιλογισμού δεν οφείλεται σε δικές της προσπάθειες αλλά στα άδηλα σημεία επαφής ανάμεσα στο σύστημα του κρατικού φιλοναζιστικού δοσιλογισμού και της μεταπολεμικής αγγλόφιλης-μοναρχικής νομιμοφροσύνης. Τον Σεπτέμβριο του 1944, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (Παπανδρέου) διορίζει Στρατιωτικό Διοικητή Αθηνών, τον συνταγματάρχη Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο (πρώην διοικητή της Χωροφυλακής επί δοτής πρωθυπουργίας Τσολάκογλου) ο οποίος αναλαμβάνει να οργανώσει προδρομικές στρατιωτικές μονάδες με πυρήνα τις ένοπλες μη εαμικές οργανώσεις των Αθηνών. Φυσικά δεν εξαιρέθηκε η X που, μαζί με την Εθνική Δράση, θα συναποτελούσαν το 1° Σύνταγμα. Παρά τις έντονες -γραμμένες στους αθηναϊκούς τοίχους και δημοσιευμένες στον παράνομο Τύπο- καταγγελίες του ΕΑΜ ο Σπηλιωτόπουλος εμπιστεύτηκε αποκλειστικά οπλίτες της X για να παραλάβουν τα πρώτα φορτία οπλισμού από την Μέση Ανατολή που θα αποβιβάζονταν (κρυφά) στο Πόρτο Ράφτη με σκοπό να βελτιωθούν οι υλικοί όροι της διαφαινόμενης πολεμικής αναμέτρησης με τους κομμουνιστές. Στη χαραυγή του εμφυλίου, η «X» προβάλλει ως ο πλέον υπολογίσιμος παίχτης της εύθραυστης, ανομοιογενούς αντιεαμικής ομάδας των Αθηνών που συσπειρώνεται γύρω από τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα. Παρά τις επίσημες δεσμεύσεις περί αφοπλισμού, η X παραμένει ταμπουρωμένη και πανοπλη στο «Αλκαζάρ» του Θησείου ως «χρυσή εφεδρεία», παρά το γεγονός πως η δύναμή της μειώνεται αισθητά ως δείγμα καλής θέλησης: «Ήμασταν 1.500 στόμα αλλά με την εθνική ενότητα και τα κέρατά τους, εμείναμε γύρω στους 400 με 500…». Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί και επιθέσεις σε συνεργεία ΕΠΟΝιτών που διεκδικούν την περιοχή του Θησείου συγκλονίζουν τα βράδια του Νοεμβρίου αφήνοντας τον διευθυντή του Ριζοσπάστη, Κώστα Καραγιώργη να διατυπώνει ρητορικά ερωτήματα: «Πώς γίνεται ώστε παρά τις δηλώσεις τον κ. Κατσώτα, ότι θα διαλυθούν οι θρασύτατες συμμορίες των ενόπλων εγκληματιών της “X”, αυτές δεν διαλύονται, αλλά αντίθετα εξοπλίζονται περισσότερο;». Είναι ενδεικτικό πως όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις του Δεκέμβρη, το αρχηγείο της X στο θησείο ήταν ο πρώτος στόχος του ΕΔΑΣ, μετά τα αστυνομικά τμήματα). Στις 4 Δεκεμβρίου, περίπου 400 αντάρτες και Πολιτοφύλακες από την Καλλιθέα και τον Ταύρο κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες όλα τα φυλάκια αναγκάζοντας τους X να συμπτυχθούν στο κτίριο του Θ’ Αστυνομικού Τμήματος και τελικά να σωθούν, μαζί με τον Γρίβα, πάνω σε βρετανικά άρματα μάχης, αφήνοντας 24 νεκρούς. Το απόγευμα, κάποιοι νεαροί μαχητές του ΕΔΑΣ χάραζαν σβάστικες πάνω στα πτώματα των Χιτών, υπογραμμίζοντας με μακάβριο τρόπο το συσσωρευμένο μίσος των κατοχικών ημερών. «[Μας μετέφεραν] στα Παλιά Ανάκτορα. Κι αμέσως μας έντυσαν με καινούριες στολές και οπλισμό και γίναμε το 143 Τάγμα Εθνοφυλακής. Επικεφαλής μας ήταν ένας ταγματάρχης του στρατού (δεν ήταν Χίτης. Κι από εκεί λάβαμε μέρος στην εκκαθάριση των Αθηνών».