ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Στον πάτο οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση



Στον πάτο οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση
Και με τη …βούλα της έκθεσης της Κομισιόν για την εκπαίδευση και κατάρτιση στην Ελλάδα 2019 διαπιστώνεται για μια ακόμα χρονιά ότι ι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση συγκαταλέγονται μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ. Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ως μερίδιο του ΑΕΠ ανήλθαν σε 3,9 % το 2017 (μέσος όρος της ΕΕ: 4,6 %). Οι δαπάνες αυτές επί του συνόλου των δημόσιων δαπανών ανήλθαν για την Ελλάδα στο 8,2 % – ποσοστό μικρότερο από αυτό των περισσότερων άλλων χωρών της ΕΕ (μέσος όρος της ΕΕ: 10,2 %).
Σε πραγματικούς (προσαρμοσμένους με βάση τον πληθωρισμό) όρους, οι δαπάνες για την εκπαίδευση έχουν μειωθεί κατά 2,1 % από το 2016 και σωρευτικά κατά 14,3 % από το 2010.

Η μεγαλύτερη μείωση (25,8 %) αφορούσε την «ενδιάμεση ανάλωση», δηλαδή τα υλικά διδασκαλίας, τη θέρμανση και την ηλεκτρική ενέργεια. Ακολούθησαν οι «ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου» (-20,4 %), π.χ. επενδύσεις σε υπολογιστές, κτίρια κ.λπ. Οι δαπάνες για τους μισθούς των εκπαιδευτικών μειώθηκαν κατά 12,5 %. Το 2017 ποσοστό 82,5 % δαπανήθηκε σε αποζημιώσεις εργαζομένων, το οποίο είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό κάθε άλλου κράτους μέλους της ΕΕ (μέσος όρος στην ΕΕ: 62 %). Το 2019 το Συμβούλιο της ΕΕ απηύθυνε ειδική σύσταση στην Ελλάδα στην οποία την καλούσε να προβεί σε επενδύσεις στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες (Συμβούλιο της ΕΕ, 2019).

Προσχολική εκπαίδευση

Σχετικά με την προσχολική εκπαίδευση χαρακτηρίζεται ανεπαρκής η παροχή οικονομικά προσιτής και ποιοτικής προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας για τα παιδιά ηλικίας έως 4 ετών. Η συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα των παιδιών ηλικίας μεταξύ 4 ετών και ηλικίας έναρξης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αυξήθηκε από 79,8 % το 2016 σε 81,5 % το 2017, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται πολύ του μέσου όρου της ΕΕ (95,4 %). Το 2017 οι επίσημες εγκαταστάσεις παιδικής φροντίδας δέχθηκαν το 20,5 % των παιδιών ηλικίας έως 3 ετών, ποσοστό που συνιστά αξιοσημείωτη αύξηση της τάξης των 11,6 ποσοστιαίων μονάδων από το 2016, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται του στόχου της Βαρκελώνης του 33 % που ορίστηκε το 2002.