ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...

Για τις καταλήψεις στα σχολεία



Για τις καταλήψεις στα σχολεία

Του Ηλία Δασκαλάκη

Το γενικό πλαίσιο των καταλήψεων στα ελληνικά σχολεία μπορεί να αποδοθεί με συνοπτικό τρόπο ως εξής:

Οι καταλήψεις αποτελούν σύμπτωμα και έκφραση των παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας και πιο συγκεκριμένα είναι το αποτέλεσμα της ανάμειξης ετερόκλητων στοιχείων σε ένα ενιαίο, πλην όμως αντιφατικό, σύνολο υπολειμματικών αξιών, ασυνείδητων δυσφοριών και διεκπεραιωτικών λογικών που υπεισέρχονται στις επιχειρούμενες απαντήσεις και προτεινόμενες λύσεις των προβλημάτων.


Υπολειμματικές αξίες

Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, το αξιακό, κεντρικής σημασίας εμφανίζεται, εν είδει καταλοίπου, η αξία του αγώνα, σύμφωνα με την οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αγωνίζεται κανείς για τα δικαιώματά του και να διεκδικεί. Η σημασία της αγωνιστικότητας, ως υπόλειμμα μιας εποχής που η αριστερά είχε έντονη ιδεολογική και πολιτισμική παρουσία και όραμα για έναν ουσιαστικά διαφορετικό κόσμο, ανθρώπινο και δίκαιο, παραμένει σήμερα κάπως μετέωρη και σε αναζήτηση αντικειμένου. Και τούτο διότι ζούμε σε μια εποχή που η πορεία του κόσμου εμφανίζεται ως μονόδρομος και που οι δυνάμεις αμφισβήτησης αυτού του μονόδρομου δείχνουν αμήχανες και χωρίς προσανατολισμό.

Ασυνείδητες δυσφορίες

Το θέμα δεν είναι βέβαια ότι δεν υπάρχουν προβλήματα σήμερα στο σχολείο· κάθε άλλο. Απλά εμφανίζονται όλα τόσο σύνθετα, ώστε συχνά αδυνατεί κανείς να δει το ουσιώδες, με αποτέλεσμα την καταφυγή στις εύκολες λύσεις, που στην περίπτωση των καταλήψεων δεν είναι άλλες από τις ελλειμματικές ή προβληματικές υποδομές. Δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα αιτήματα, σε πάρα πολλές καταλήψεις, έχουν τέτοιο περιεχόμενο. Αιτήματα για βελτίωση των κτηριακών εγκαταστάσεων, για εγκατάσταση κλιματισμού στις τάξεις, για βελτίωση της κατάστασης των τουαλετών, για εμπλουτισμό των κυλικείων με ποικιλία ειδών κλπ. δεν εκφράζουν μόνο τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης, υψηλών απαιτήσεων σε υλικές ανέσεις, νεολαίας, αλλά ταυτόχρονα, και κυρίως, τον διαποτισμό όχι μόνο της νεολαίας αυτής αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας από το πνεύμα του οικονομισμού. Για να είναι κάτι σημαντικό πρέπει να έχει τη μορφή υλικού εμπορεύματος που αποκτάται με χρηματικό αντίτιμο.

Και ενώ υπάρχουν πολύ σοβαρές δυσφορίες στο ελληνικό σχολείο που συνδέονται με τον τεράστιο όγκο της διδακτέας ύλης, τις υπερβολικά πολλές ώρες διδασκαλίας, την επιτεινόμενη ταξικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, την βαθμοκεντρική του λειτουργία και την πλήρη εξάρτηση, ιδιαίτερα του Λυκείου, από τις εξετάσεις, τους εξοντωτικούς για τους «καλούς» μαθητές ρυθμούς εργασίας, τη διαρκή προσωπική απαξίωση των «κακών» μαθητών και το γενικευμένο έλλειμμα νοήματος, οι μαθητές αλλού βλέπουν τα προβλήματα. Εστιάζουν στις υποδομές μη συνειδητοποιώντας τα ουσιώδη. Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι ούτε οι γονείς ούτε κυρίως οι εκπαιδευτικοί εντοπίζουν τα προβλήματα του ελληνικού σχολείου στα παραπάνω.

Αν το ενδιαφέρον απουσιάζει από τις σχολικές αίθουσες, δείχνει να μην απασχολεί κανέναν. Αν οι τρόποι διδασκαλίας, που αναγκαστικά πρέπει να εφαρμοστούν για να βγει η υπερβολικά πολλή ύλη, αδυνατούν να κινήσουν το ενδιαφέρον των μαθητών, αν η εξοικείωση των εκπαιδευτικών με βιωματικές μεθόδους διδασκαλίας δεν βρίσκεται σε επαρκή επίπεδα, αν η εξεταστικοκεντρική διδασκαλία καταδικάζει το σχολείο στο να βιώνει έντονα την μαθητική αδιαφορία, αν η εκπαιδευτική πράξη είναι συχνά εντελώς αφυδατωμένη από τους χυμούς της ζωής και την ψυχική συμμετοχή, αν …., αν όλα τα ουσιώδη «αν» δε μας απασχολούν, χάνουμε τότε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τις πραγματικές αδυναμίες της εκπαίδευσης.

Φαίνεται όμως ότι το σχολείο δεν αντιμετωπίζεται ως ένας χώρος που ζουν και μεγαλώνουν παιδιά και νέοι με ανάγκες που δεν περιορίζονται μόνο στην κίνηση και το παιχνίδι αλλά και στη βασική για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ανάγκη για δραστηριότητα με νόημα. Στην ανάγκη τους να ζουν και να μαθαίνουν μέσα σε ένα σχολείο που είναι ζωντανό και μέσα στο οποίο αισθάνονται η μάθηση να τους προσφέρει χρήσιμα εργαλεία αντιμετώπισης των προβλημάτων της ζωής. Ένα σχολείο στο οποίο η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία προκαλεί το ενδιαφέρον και έχει «εσωτερική» αξία και νόημα.

Αν το σχολείο δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιες απαιτήσεις, αυτό που του απομένει είναι η «εξωτερική» του αξία, κάτι όμως που αφορά κυρίως τους «καλούς» μαθητές, τους μαθητές από προνομιούχα περιβάλλοντα, αφού γι’ αυτούς το σχολείο έχει μια αξία ως ένα αναγκαίο σκαλοπάτι για την εκπαιδευτική και επαγγελματική τους πορεία και εξέλιξη. Μην ξεχνάμε ότι τόσο οι φιλοδοξίες όσο και οι επιδόσεις ανήκουν σε αυτούς τους μαθητές. Και δεν οφείλονται βέβαια στους μεγαλύτερους δήθεν κόπους που αυτοί καταβάλλουν, αλλά στο προνομιούχο από μορφωτική κυρίως άποψη περιβάλλον τους.

Το σχολείο λοιπόν δεν είναι ελκυστικό ως εσωτερική εκπαιδευτική διαδικασία, με νόημα και ενδιαφέρον για τους μαθητές, ιδιαίτερα όσο περνάμε από το δημοτικό, στο γυμνάσιο και από εκεί στο λύκειο, με την αξία που θα είχε μια γεμάτη ζωντάνια δραστηριότητα που θα επέτρεπε την ολόψυχη ή μια έντονη τουλάχιστον συμμετοχή του μαθητή.

Η έντονη ταξικότητα του σχολείου καταδικάζει τους μαθητές που προέρχονται από μη προνομιούχα περιβάλλοντα, όχι μόνο στην αδιαφορία, αφού η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι ελκυστική – κάτι που αφορά βέβαια και τους συμμαθητές τους από προνομιούχα περιβάλλοντα – αλλά κυρίως, και πολύ σημαντικά, σε μια διαρκή απόρριψη και υπονόμευση της αυτοεικόνας τους. Αποδίδοντας τη σχολική τους δυσκολία, ή ακόμη περισσότερο αποτυχία, σε προσωπικά δήθεν ψυχολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. τεμπελιά, αδιαφορία) και σε ελλείμματα προσωπικών ικανοτήτων, το σχολείο αποκρύπτει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται πάντα, αυτό που το ίδιο κάνει· την ουσιαστική αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων με τη μορφή των σχολικών επιδόσεων και τη νομιμοποίησή τους με την μετατροπή του παιδιού θύματος των ανισοτήτων σε μαθητή ένοχο για την απόρριψη που υφίσταται, αφού τον χαρακτηρίζει τεμπέλη, χαμηλών ικανοτήτων, αδιάφορο. Και όλα αυτά βέβαια σε ηλικίες ιδιαίτερα ευαίσθητες για τη διαμόρφωση της αυτοεικόνας, αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης του μαθητή.

Από την άλλη τα παιδιά που προέρχονται από προνομιούχα περιβάλλοντα, αν και μετέχουν στη βίωση μιας σχολικής πραγματικότητας πολύ φτωχής σε νόημα, έχουν, καταρχήν τουλάχιστον, τη δυνατότητα να κρατήσουν μια σχέση σχετικού, αν και εξωτερικού, ενδιαφέροντος για την εκπαιδευτική διαδικασία, αφού όπως είπαμε το σχολείο αποτελεί γι’ αυτά τα παιδιά ένα απαραίτητο σκαλοπάτι για τα εκπαιδευτικά και επαγγελματικά τους όνειρα. Στο βαθμό βέβαια που η επαγγελματική εξασφάλιση όλο και περισσότερο τίθεται σε αμφισβήτηση, σιγά-σιγά υποχωρεί και η σχετική αξία του σχολείου, αν και το αγωνιώδες κυνήγι των προσόντων δείχνει να κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε τις ιδιαίτερες επιβαρύνσεις που κάποια σχολεία έχουν, λόγω του ότι λειτουργούν σε υποβαθμισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, στεγάζοντας κατά βάση μαθητές από αυτά, μαθητές που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν επαγγελματικές φιλοδοξίες και βλέψεις που να περνούν μέσα από το σχολείο. Είναι φανερό ότι τέτοια σχολεία «με τα δόντια κρατιούνται» και ότι μόνο χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες κάποιων εκπαιδευτικών καταφέρνουν σε κάποιες περιπτώσεις να προσφέρουν νόημα και αξία στα παιδιά που φοιτούν σε αυτά.

Όλες αυτές οι δυσφορίες είναι δύσκολο να συνειδητοποιηθούν από τους μαθητές, τη στιγμή που οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί – περισσότερο ενήμεροι και συνειδητοί κατά τεκμήριο – δεν τοποθετούνται για αυτά τα ζωτικής σημασίας προβλήματα της εκπαίδευσης και δεν εκδηλώνουν κάποιο ενδιαφέρον να παρέμβουν σε συλλογική βάση προτιμώντας τις ατομικές προσπάθειες να βοηθήσουν τα παιδιά ή καταφεύγοντας στην εύκολη λύση της ενοχοποίησης των μαθητών, ιδιαίτερα εκείνων που αποτελούν τα μεγάλα θύματα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Πίσω από τις καταλήψεις βρίσκονται οι μεγάλες δυσφορίες που προκαλεί η προβληματική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτές οι μεγάλες δυσφορίες είναι οι βαθύτερες αιτίες των καταλήψεων και όχι βέβαια τα προβαλλόμενα αιτήματα που κινούνται στην επιφάνεια και αποτελούν την αναγκαία κάλυψη και δικαιολόγησή τους από μαθητές, που, μαζί με τους δασκάλους τους και μια ολόκληρη κοινωνία, αδυνατούν να φανταστούν μια άλλη εκπαίδευση.

Διεκπεραιωτικές λογικές

Προχωρώντας στο τρίτο στοιχείο που αναφερθήκαμε εισαγωγικά, στο διεκπεραιωτικό πνεύμα που συναντάμε σε κάθε πτυχή της ελληνικής δημόσιας ζωής, αναφερόμαστε σε μια βαθύτερη αδιαφορία για την ουσία των προβλημάτων και στην εστίαση στο επικοινωνιακό, στο θεαματικό, σε αυτό που μπορεί να κερδίσει τις εντυπώσεις και συχνά σε αυτό που μπορεί να κλείσει άρον-άρον θέματα, διότι αυτά είναι ενοχλητικά και δε θέλουμε να τα βλέπουμε.

Το φαινόμενο των καταλήψεων αντανακλά τα όσα συμβαίνουν στην κοινωνία και στην πολιτική. Αποτελεί μια ακόμα εκδήλωση της διεκπεραιωτικής λογικής που πρυτανεύει στις λύσεις που προτείνονται για τα κοινωνικά προβλήματα. Λύσεις που αποτελούν συχνά προπετάσματα καπνού που κρύβουν τα πραγματικά και βαθύτερα προβλήματα της κοινωνίας, λύσεις που αποτελούν απαντήσεις σε πρόχειρα, βολικά και μακριά από την ουσία αιτήματα, που προβάλλονται για την εξυπηρέτηση συμφερόντων.

Πόσες και πόσες απεργιακές κινητοποιήσεις εθιμοτυπικού χαρακτήρα δεν εξαγγέλλονται και δεν πραγματοποιούνται με πολύ μικρή συμμετοχή, χωρίς την αναγκαία ενημέρωση και χωρίς ψυχή, με έντονο τον χαρακτήρα μιας τυπικής γραφειοκρατικοποιημένης διαδικασίας, στην οποία κυριαρχεί η διεκπεραίωση στη θέση της ουσίας, με αδιαφορία για την αποτελεσματικότητα των χρησιμοποιούμενων αγωνιστικών κινητοποιήσεων και μεθόδων.

Έτσι κάποιοι συνδικαλιστές δικαιολογούν το ρόλο τους, κάποιοι άλλοι κάνουν το καθήκον τους ως σωστοί αριστεροί, ενώ συχνά λείπει η ψυχή από τον αγώνα και ο κόσμος απουσιάζει, όχι τόσο επειδή διαφωνεί με τα αιτήματα, όσο επειδή θεωρεί τους τρόπους διεκδίκησης αναποτελεσματικούς. Αυτό το τελευταίο συχνά δείχνει να μην απασχολεί τους υπεύθυνους συνδικαλιστικούς φορείς, αφού φαίνεται άλλα είναι που τους απασχολούν.

Στην πολιτική εξάλλου γνωρίζουμε ότι συχνά δημιουργούνται τεχνητές πολώσεις και παρουσιάζονται έντονες διαφορές μεταξύ κομμάτων για λόγους ψηφοθηρικούς και μόνο, ενώ οι εφαρμοζόμενες από τα κόμματα που ασκούν κυβερνητική εξουσία πολιτικές έχουν συχνά μικρές μόνο διαφορές.

Η πολιτική όμως διαφήμιση, ακολουθώντας τις μεθόδους της εμπορικής διαφήμισης, τονίζει υπαρκτές διαφορές κάποιες φορές, ενώ κάποιες άλλες επινοεί και κατασκευάζει διαφορές εκεί που δεν υπάρχουν.

Η διείσδυση του οικονομικού πνεύματος στην πολιτική, μέσω της εφαρμογής των αρχών της εμπορικής διαφήμισης, οδηγεί στην εμπορευματοποίηση των πολιτικών προγραμμάτων και στην αποσυλλογικοποίηση του πολιτικού, το οποίο από δραστηριότητα έκφρασης και επεξεργασίας κοινωνικών προβλημάτων και προτεινόμενων λύσεων, από ύψιστη έκφραση της αυτοσυνειδησίας της κοινωνίας, από διαδικασία συνειδητής επιλογής προσανατολισμού της κοινωνίας, μετατρέπεται σε πασαρέλα πλασαρίσματος του «καλύτερου», με όρους εμπορικού προϊόντος, πολιτικού προσώπου, για ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων.

Πώς θα μπορούσαν οι καταλήψεις στα σχολεία να ξεφύγουν από τις παραπάνω παθογένειες μιας ολόκληρης κοινωνίας, που, ας το επαναλάβουμε, είναι διχασμένη ανάμεσα στις αριστερής καταγωγής αξίες της αγωνιστικότητας, τη διεκπεραιωτική πρακτική ενός διάχυτου γραφειοκρατικού πνεύματος, το βαθύ έλλειμμα συνείδησης για τα πραγματικά της προβλήματα και τον βαθύ συμβιβασμό της, με την πεποίθηση του αναπόφευκτου της υπάρχουσας κατάστασης.

Ο Ηλίας Δασκαλάκης είναι εκπαιδευτικός σε σχολείο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Κέρκυρα, με την ειδικότητα του κοινωνιολόγου